Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Ευημερία και Κοινωνική Ανισότητα στην Ελλάδα της Οικονομικής Κρίσης– Διαχρονική Εξέλιξη


"ότι ελεύθερος και εις ένα δημοκρατικό καθεστώς δεν δύναται να θεωρηθεί ούτε ο ενδεής, ούτε ο άνεργος. Ελεύθερος είναι εκείνος ο οποίος απολαμβάνει των βασικών ελευθεριών, αλλά ταυτόχρονα έχει εξασφαλίσει κάποιαν ιδιοκτησίαν, επαρκές εισόδημα δια να ικανοποιήσει τας βασικάς του ανάγκας και είναι απηλλαγμένος από τον φόβον της ανεργίας". Ξενοφών Ζολώτας (1952)


Συνηθίζεται να χρησιμοποιούμε ως  δείκτη του επιπέδου ευημερίας μιας χώρας ,το κατά κεφαλή εισόδημα. Αυτός ο δείκτης, όμως, είναι προβληματικός γιατί δεν δείχνει την κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ατόμων. Υπάρχει μία σχέση ανταλλαγής μεταξύ της ανισότητας και του εισοδήματος, πιο συγκεκριμένα και με βάση την προσέγγιση Συναρτήσεων Κοινωνικής Ευημερίας των Bergson & Samuelson (1979), παρατηρείται ότι χαμηλότερη ανισότητα με δεδομένο μέσο εισόδημα οδηγεί σε υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής ευημερίας όπως αντίστοιχα και το υψηλότερο μέσο εισόδημα οδηγεί σε υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής ευημερίας.
Στο παρόν άρθρο θα δούμε εν συντομία τη μεταβολή της ανισότητας στην Ελλάδα για τα έτη 1974 – 1994 αλλά και του έτους 2012-2013 με βάση τις αντίστοιχες έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Θα συμπεριλάβουμε όμως και στοιχεία των συνθηκών διαβίωσης της απογραφής του 2001 και του 2011.
Όσον αφορά την ανισότητα και την φτώχεια για την περίοδο 1974-1994 βλέπουμε ότι υπήρξε σημαντική μείωση μεταξύ των ετών 1974 και 1982 όπου η φτώχεια μειώθηκε σημαντικά και μετά το 1982 η μείωση συνεχίστηκε αλλά με πιο αργούς ρυθμούς. Το διάστημα αυτό (1974-1994) υπήρξαν κάποιες μεταβολές όπως ήταν η άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου αλλά και του πληθυσμού στα αστικά κέντρα οι οποίες συνετέλεσαν στη μείωση της ανισότητας. Είναι πολύ σημαντικό εδώ να επισημανθεί ότι η μείωση της ανισότητας ήταν κυρίως εντός και όχι μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού. Ενδεικτικό είναι σε αυτή την περίπτωση το παράδειγμα της ιδιοκατοίκησης όπου σε ειδική έρευνα που είχε διενεργηθεί το 1986 τα νοικοκυριά που ιδιοκατοικούσαν ήταν 50% αλλά το σημαντικό ποιοτικό στοιχείο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι οι εργάτες και άλλες λαϊκές τάξεις είχαν μειωμένα ποσοστά μεταξύ αυτών που αποκτούσαν δική τους κατοικία μετά το 1970.  Πλέον η κοινωνική αυτή διαφοροποίηση φαίνεται και από την απογραφή του πληθυσμού του 2001 όπου ειδικά για τα αθηναϊκά νοικοκυριά, αυτά που είχαν υπεύθυνο που εντάσσεται στα ελεύθερα επιστημονικά επαγγέλματα ή στα διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων ενοικιάζουν την κατοικία τους σε ποσοστό 23% έναντι 39% και 44% για τα νοικοκυριά που ο υπεύθυνος ανήκει στις κατηγορίες των εργατοτεχνιτών και ανειδίκευτων εργατών αντιστοίχως (ΕΚΚΕ-ΕΣΥΕ, 2005).
Υπήρξε έντονη κοινωνική όμως διαφοροποίηση και στην επιλογή των εκπαιδευτικών διαδρoμών όπου σύμφωνα με τη Λαμπίρη –Δημάκη (1974) τα υψηλά και μεσαία στρώματα επέλεγαν σπουδές που θα οδηγούσαν σε ανεξάρτητη απασχόληση υψηλού γοήτρου ενώ η εργατική τάξη προσανατολίζονταν στο δημόσιο τομέα. Ο περιορισμός όμως των προσλήψεων στο δημόσιο στα τέλη της δεκαετίας του 1980 απετέλεσε ανάχωμα για την κινητικότητα των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Παράλληλα, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου δύο ήταν κάτοχοι του ιδίου διπλώματος, η κοινωνική καταγωγή των γονέων διευκόλυνε ή δυσχέραινε την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Η εξαγωγή, όμως, γενικών συμπερασμάτων για την ανισότητα δεν είναι τόσο εύκολη γιατί υποαντιπροσωπεύονται οι μετανάστες αλλά και οι μεταβλητές που χρησιμοποιούνται στις ΕΟΠ αυτή της περιόδου οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την αξία των δωρεάν ή επιδοτούμενων υπηρεσιών. Στην Ελλάδα όμως, η επίδρασή τους είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί σε όλη αυτή την περίοδο συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές όπως π.χ. η επιμήκυνση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η αύξηση του αριθμού εισακτέων στα ΑΕΙ/ΤΕΙ, η ίδρυση του ΕΣΥ κτλ. Μελέτες του εξωτερικού έχουν δείξει ότι οι κρατικές παροχές μειώνουν τη συνολική ανισότητα. Εάν οι αλλαγές προσμετρούνταν, τότε η εικόνα της μείωσης της κοινωνικής ανισότητας να ήταν καλύτερη. Την περίοδο αυτή και ειδικότερα με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία λήφθηκαν μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος αλλά κάποια από αυτά όπως ήταν η διατήρηση σε λειτουργία μη βιώσιμων επιχειρήσεων, ήταν εξαιρετικά δαπανηρά. Ωστόσο άλλα μέτρα, μικρότερου κόστους, όπως ήταν η παροχή συντάξεων σε ηλικιωμένους που δεν είχαν τις απαραίτητες ασφαλιστικές εισφορές μείωσαν την ανισότητα.
Παρόλα αυτά η Ελλάδα, για την ίδια περίοδο, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ παρέμεινε σε υψηλά ποσοστά ανισότητας αλλά και κοινωνικής διαφοροποίησης.
Αναφορικά με την περίοδο τώρα πριν από την κρίση, διαπιστώνουμε ότι η Ελλάδα είχε σταθερά και αρκετά υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά τη μείωση της υλικής στέρησης και της ακραίας υλικής στέρησης όλη τη δεκαετία του 2000. Η κοινωνική ανισότητα ήταν μία από τις χειρότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η κατάσταση με την κρίση έγινε ακόμα χειρότερη. Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής ανισότητας στην Ευρώπη.

Η Λετονία και η Πορτογαλία είναι μεταξύ των χωρών που έχουν πληγεί από την κρίση και έχουν υψηλά επίπεδα ανισότητας τα οποία όμως παρουσιάζονται καλύτερα το 2013 σε σύγκριση με το 2011 και το 2009. Αντίστοιχα, στην Ισπανία σημειώθηκε αύξηση το 2011, μεγαλύτερου βαθμού σε σχέση με την Ελλάδα, ωστόσο ο συντελεστής Gini (δείκτης εισοδηματικής ισότητας ο οποίος  όταν είναι μηδέν, δείχνει πως υπάρχει πλήρης εισοδηματική ισότητα μεταξύ των οικονομικών τάξεων του πληθυσμού, ενώ όταν είναι ένα, υπάρχει πλήρης εισοδηματική ανισότητα) έχει μειωθεί ενώ στην Ελλάδα επιδεινώνεται. Οι χώρες στις οποίες αυξήθηκε η ανισότητα πιο πολύ από ότι στην Ελλάδα για την περίοδο 2011 – 2013 ήταν η Κύπρος και η Ουγγαρία.
Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα και από τα παραπάνω ότι οι μνημονιακές πολιτικές ενέτειναν την ανισότητα. Το ελληνικό κράτος πρόνοιας απέτυχε να προστατεύσει τον πληθυσμό από τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης αλλά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη αφού οι δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια μειώθηκαν αμέσως μετά την εκδήλωση της κρίσης.
Η οικονομική κρίση και κυρίως ο τρόπος αντιμετώπισής της καταρρίπτει τη δήλωση του Ροβεσπιέρου στη σύμβαση του 1792 ότι «ο πρώτος κοινωνικός νόμος είναι αυτός που εξασφαλίζει σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα μέσα ύπαρξης», και ότι είναι υποχρέωση της Πολιτείας να παρέχει τις προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν στα μέλη της τα μέσα ύπαρξης. Διαχρονικά η Ελληνική Πολιτεία υπήρξε άδικη με τους πολίτες της όπως φαίνεται από τους δείκτες κοινωνικής ανισότητας. Μέλλει να δούμε εάν και όποτε η Ελληνική Πολιτεία θα αναλάβει το ρόλο που πρέπει να έχει και αυτός δεν είναι άλλος από την ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας και όχι μόνο της ανάπτυξης των αριθμών.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Καθηγήτρια ΜΒΑ – Οικονομολόγος
en-athinais.webnode.gr

Βιβλιογραφία

Bergson-Samuelson Social Welfare Functions and the Theory of Social Choice (1979) The Quarterly Journal of Economics (1979) 93 (1): 73-90
ΕΚΚΕ-ΕΣΥΕ. (2005). Πανόραμα απογραφικών δεδομένων 1991-2001, ηλεκτρονική εφαρμογή βάσης δεδομένων και χαρτογραφίας (διαθέσιμη στο Ινστιτούτο Αστικής και Αγροτικής Κοινωνιολογίας του ΕΚΚΕ).
Λαμπίρη-Δημάκη, Ι. (1974). Προς μιαν ελληνική κοινωνιολογία της Παιδείας, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Κατσίκας, Δ., Καρακίτσιος, Α., Φιλίνης, Κ., Πετραλιάς, Α. (2014). Έκθεση για το κοινωνικό προφίλ της Ελλάδας σε σχέση με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανισότητα πριν και μετά από την εκδήλωση της κρίσης Δημήτρης Κατσίκας, Αλέξανδρος Καρακίτσιος, Κυριάκος Φιλίνης Αθανάσιος Πετραλιάς Αθήνα, Δεκέμβριος 2014.

Παπαθεοδώρου, Χ., Δαφέρμος, Γ., Danchev, S., Μαρσέλλου, Α. (2008). Οικονομική Ανισότητα και Φτώχεια στην Ελλάδα. Συγκριτική Ανάλυση και Διαχρονικές Τάσεις. ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Ερευνητική Ομάδα Κοινωνικής Πολιτικής, Φτώχειας και Ανισοτήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ψηφιακή γενιά Ζ