Οικονομικό Σπουδαστήρι

Οικονομικό Σπουδαστήρι
Γι'Αυτούς που Θέλουν Εξειδίκευση

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Λαϊκισμός – Δεξιός και Αριστερός

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Σε προηγούμενο κείμενο είχα αναφερθεί στον αναρχο-λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός είναι ένα διαχρονικό διεθνές φαινόμενο που προκύπτει πάντα όταν οι ελίτ (άρχουσα τάξη) καταπιέζει τις χαμηλότερες τάξεις και επικρατούν συνθήκες ακραίας ανισότητας και φτώχειας.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να βλέπουμε τον λαϊκισμό με όρους δεξιάς – αριστεράς δηλαδή ότι υπάρχει δεξιός και αριστερός λαϊκισμός (ο οποίος όμως διαφέρει σημαντικά από τον αναρχο-λαϊκισμό).

A yellow road sign with a black arrow pointing in both directions on the dry roadside near Death Valley

Και τα δύο ρεύματα είναι κατά των ελίτ και κατά του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και της ανισότητας, προέρχονται από την τάξη των εργαζόμενων, και οι διαφορές τους θα λέγαμε είναι κυρίως στα κοινωνικά θέματα. Υποστηρίζουν τις επαναστατικές αλλαγές αλλά συνήθως με ειρηνικό τρόπο. Βασική τους διαφορά είναι ότι ο δεξιός λαϊκισμός υποστηρίζει (αρκετές φορές και με δυναμικό, ακτιβιστικό τρόπο) τον προστατευτισμό στην οικονομία, είναι κατά των μεταναστών, υποστηρίζει τον στρατό αλλά εναντιώνεται στις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, τους προοδευτικούς, τους ομοφυλόφιλους (εάν και στο γερμανικό Afd πρόεδρος υπήρξε η λεσβία Αλίς Βάιντελ) και γενικότερα δεν θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Μερικοί  θεωρούν ότι ο δεξιός λαϊκισμός σε κάποιες περιπτώσεις αποτελείται από τους κοινωνικά συντηρητικούς οι οποίοι θεωρούν ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός πρέπει να έχει ηθικές βάσεις και αξίες όπως είναι η οικογένεια ενώ ένα άλλο μέρος των δεξιών λαϊκιστών είναι κατά του καπιταλισμού αλλά με τη διατήρηση θεσμών όπως είναι η οικογένεια και τις αξίες που απορρέουν από αυτή.

Και οι δύο όμως υποστηρίζουν ότι είναι το κράτος που πρέπει να προάγει αυτές τις αξίες. Αναφορικά με τη θρησκεία, μέρος των κοινωνικών συντηρητικών διατηρεί μία ουδέτερη στάση ενώ στο δεξιό λαϊκισμό παρατηρείται μία στενότερη σχέση. Παρόλα αυτά, ενώ στο εξωτερικό, οι θρησκευόμενοι Χριστιανοί που εντάσσονται στους κοινωνικούς συντηρητικούς (υποσημείωση – όλοι οι Χριστιανοί δεν εντάσσονται στους συντηρητικούς) , υποστηρίζουν ότι η επέκταση του κράτους Πρόνοιας είναι ο τρόπος που είναι σύμφωνος με τη χριστιανική αρχή της φροντίδας των φτωχών. Στην Ελλάδα, η αναφορά στη χριστιανική πίστη είναι διαφορετικής απόχρωσης γιατί σχετίζεται με τη σωτηρία της Ελλάδας από τους δυνάστες κυρίως τους ξένους και με τη θεώρηση ότι η πίστη στον Θεό θα την προστατεύσει από τα δεινά. Είναι προφανές ότι η αντίληψη αυτή οφείλεται στη διαφορετική πολιτική ιστορία της Ελλάδας όπου η παρέμβαση του ξένου παράγοντα ήταν πάντα διακριτή σε αντίθεση με χώρες όπως οι ΗΠΑ κτλ.

Οι δεξιοί λαϊκιστές (πολύ περισσότερο από τους κοινωνικούς συντηρητικούς) τάσσονται κατά του καπιταλισμού, είναι λίγες, ωστόσο, οι αναφορές στην Ελλάδα για το είδος του οικονομικού συστήματος που επιθυμούν να εφαρμοσθεί.

Ο αριστερός λαϊκισμός εναντιώνεται και αυτός στις ελίτ και σε κάποιες περιπτώσεις δεν πιστεύει στα έθνη και στην ύπαρξη κοινωνικών τάξεων. Υποστηρίζει την παγκοσμιοποίηση, τον διεθνισμό, τα κινήματα για το περιβάλλον και το κράτος Πρόνοιας. Η βασική του αρχή είναι η ισότητα και συνήθως είναι λιγότερο καλά οργανωμένος και επιθετικός σε σχέση με τον δεξιό λαϊκισμό με εξαίρεση τους Αντίφα.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο δεξιός όσο και ο αριστερός λαϊκισμός μπορούν να αποκτήσουν αυταρχική μορφή ειδικότερα όταν είναι οργανωμένος. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται τυραννικός (βλ. απαξιωτικές δηλώσεις με τον χαρακτηρισμό «εθνίκια», «φασίστες» κτλ. για όλους όσους συμμετείχαν ή υποστηρίζουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας και έχουν ταχθεί κατά της συμφωνίας των Πρεσπών ακόμα και δηλώσεις που απαξιώνουν στο σύνολο του τον ελληνικό λαό και ζητούν αντικατάστασή του (!) με πολίτες του κόσμου (!) υποδηλώνοντας έτσι κάποιες επικίνδυνες πεποιθήσεις ευγονικής – οι δηλώσεις αυτές αποτελούν τυπικό χαρακτηριστικό αριστερού οργανωμένου τυραννικού λαϊκισμού). Ο ακραίος αριστερός λαϊκισμός θέλει να επιβάλλει την ισότητα και την υπακοή στο κράτος εξαφανίζοντας στοιχεία όπως είναι η διαφορετική κουλτούρα, η ιστορία, η θρησκεία κτλ. ακόμα και με τη χρήση βίας ταυτιζόμενος έτσι με τις πιο ακραίες μορφές φασισμού.

Σε περιόδους τρομακτικής οικονομικής κρίσης όπως αυτή που βιώνουμε στην Ελλάδα, οι ακραίες μορφές αυταρχικού λαϊκισμού (δεξιού και αριστερού) οδηγούν και σε ακραίες, αυταρχικές πολιτικές «λύσεις». Σε αυτή την περίπτωση, θα εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των λίγων και θα επικρατήσει ο φόβος που θα επιβάλλει η τυραννία με τη χρήση βίαιων μέσων καταστολής της λαϊκής βούλησης.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Ζούμε σε μία εποχή παραλογισμού. Όλοι θέλουμε την ευημερία, την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ισότητα και βάζουμε πρώτα την πατρίδα μας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιθυμούμε να βλάψουμε τους άλλους και ότι είμαστε ακραίοι. Δυστυχώς όμως, φαίνεται ότι ακραίες πεποιθήσεις είναι και οι πλέον επικρατέστερες και ως τέτοιες θα δημιουργήσουν αντίστοιχα ακραίες πολιτικές επιλογές που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και τις πολεμικές συγκρούσεις. Φαίνεται, τελικά, ότι οι άνθρωποι, δυστυχώς, δεν μαθαίνουμε από την ιστορία μας.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη στήλη που διατηρώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό Writers Gang με το όνομα «Πλάτωνας όχι Πρόζακ».

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Πώς θα είναι η Αθήνα του μέλλοντος;

Φωτεινή Μαστρογιάννη 

Όλοι όσοι έχουμε γεννηθεί και μεγαλώσει σε μεγαλουπόλεις έχουμε παρατηρήσει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συντελεσθεί σε αυτές κατά τη διάρκεια των χρόνων. Αλλαγές άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές. 

Στο ενδιαφέρον βιβλίο τους «Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη» η Ασπα Γοσποδίνη και ο Ηλίας Μπεριάτος επισημαίνουν πολλά και ενδιαφέροντα, άγνωστα στους πολλούς. 


Σύμφωνα με τους συγγραφείς, οι σύγχρονες πόλεις, πέραν των μεγάλων παγκοσμιουπόλεων που έχουν τη δύναμη να επιβληθούν στην κινητικότητα του κεφαλαίου (βλ. Νέα Υόρκη, Λονδίνο κτλ.), πασχίζουν να προσελκύσουν το κεφάλαιο και να γίνουν οικονομικά ελκυστικές. Αυτό γίνεται μέσω των μειώσεων φόρων και των παροχών μεταφορικών υποδομών υψηλής ποιότητας (στην Αθήνα δεν μειώνονται οι φόροι αλλά οι μεταφορικές υποδομές έχουν όντως βελτιωθεί σε σχέση με το παρελθόν χωρίς όμως να μπορούμε να αποκαλέσουμε το μεταφορικό δίκτυο υψηλής ποιότητας ) αλλά και μέσω της βελτίωσης της ποιότητας του αστικού χώρου με τη δημιουργία πολιτιστικών πόλων έλξης και την αναβάθμιση της εικόνας της πόλης μέσω μετασχηματισμών του τοπίου. 

Στην Αθήνα έχουν δημιουργηθεί πλήθος μουσείων ωστόσο η εικόνα της πόλης μέσω μετασχηματισμών του τοπίου έχει συντελεσθεί στην παραλιακή οδό και όχι (ακόμα;)  στο κέντρο της πόλης που είναι άκρως υποβαθμισμένο. Γενικότερα όμως ο κύριος στόχος της βελτίωσης της εικόνας της πόλης είναι να γίνει ένας οικονομικά ελκυστικά πόλος. Η πόλη λόγω της παγκοσμιοποίησης και της μαζικής μετανάστευσης χάνει την ταυτότητά της παρόλο που η ταυτότητα είναι αυτή που την κάνει τουριστικά ελκυστική

Οι μεγάλες πόλεις πλέον μοιάζουν η μία με την άλλη. Η προστασία της πολιτισμικής τους κληρονομιάς είναι ένας τρόπος διαφοροποίησης. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, λόγω ιδεολογικών κυρίως αγκυλώσεων που στρέφονται εναντίον της ιστορικής ταυτότητάς της αλλά πιθανόν και λόγω πλήρους άγνοιας, η πολιτιστική κληρονομιά δεν τυγχάνει του ανάλογου σεβασμού και προβολής ακόμα και εάν αυτή είναι για αυστηρά οικονομικούς λόγους όπως είναι η ανάπτυξη του αστικού τουρισμού. Η Αθήνα, δεν αποτελεί ακόμα προορισμό αστικού τουρισμού, παρά τις πολλές εξαγγελίες, γιατί ο μέσος όρος διανυκτερεύσεων τουριστών σε αυτή είναι μία με δύο

Πιθανόν ο λόγος είναι η έλλειψη της ξεχωριστής επωνυμίας και ταυτότητας παρά τα παγκοσμίου βεληνεκούς ιστορικά της μνημεία όπως είναι η Ακρόπολη. 

Παρατηρούμε ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική της ακόμα και τα έργα πολιτιστικού ενδιαφέροντος όπως αυτά που γίνονται στην παραλιακή οδό είναι απλές απομιμήσεις έργων που γίνονται σε άλλες μεγαλουπόλεις χωρίς να προτείνουν και να αναδεικνύουν τον τοπικό χαρακτήρα μιας πόλης που άλλοτε ήταν «διαμαντόπετρα στης γης το δακτυλίδι». 

Η Γασποδίνη και Μπεριάτος εύστοχα αναφέρουν ότι το νέο αστικό τοπίο είναι διεθνο-τοπικοποιημένο δηλαδή έχει δύο ακραίες μορφολογίες μία τοπική και μία παγκόσμια. Στην Αθήνα τα όποια έργα είναι έργα βιτρίνας χωρίς να διευκολύνουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ελάχιστοι χώροι πράσινου, έντονη οικιστική ανάπτυξη, πεζοδρόμια και δρόμοι κατεστραμμένοι, μέσα μαζικής μεταφοράς που δεν καλύπτουν τις ανάγκες μετακίνησης του πληθυσμού. Ακόμα και σε επίπεδο δήμων παρατηρούμε την πλήρη απουσία διαμορφώσεων χώρων πράσινου ενώ δίνεται έμφαση στην ωραιοποίηση πλατειών προκειμένου να αυξάνεται ο τζίρος των καφετεριών – καταστημάτων που βρίσκονται εκεί με ότι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο μόλυνσης και θορύβου. 

Η πλατεία Νέας Σμύρνης, εάν και μία από τις μεγαλύτερες πλατείες της Ελλάδας με έκταση είκοσι περίπου στρεμμάτων, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής εκμετάλλευσης μίας πλατείας που θα μπορούσε να συντελεί στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής εάν η έμφαση δεν δίνονταν στη στυγνή και ακραία οικονομική εκμετάλλευσή της. 

Το νέο τοπίο της Αθήνας έτσι όπως διαμορφώνεται είναι η γκετοποίηση μεγάλων τμημάτων του κέντρου της από μετανάστες  βλ. Ομόνοια και περιοχές γύρω από αυτήν. Πιθανόν στα πλαίσια αξιοποίησης του κέντρου ως πόλου επιχειρηματικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων, η μορφή των περιοχών αυτών να αλλάξει στο άμεσο μέλλον. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού θα εξαναγκασθούν να μεταφερθούν, λόγω του υψηλού κόστους ζωής που θα δημιουργηθεί στο κέντρο, στα προάστια αλλά όχι σε αυτά στα οποία αναπτύσσεται μία αστικότητα μέσω της δημιουργίας θεματικών πάρκων όπως είναι αυτό που διαμορφώνεται στην παραλιακή ή και των σχεδίων δημιουργίας καζίνο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργηθεί στην περιοχή του Ελληνικού. Δεν θα μπορέσουν ούτε όμως να μεταφερθούν στις περιοχές με μονοκατοικίες και μεζονέτες όπως είναι π.χ. η Βούλα λόγω υψηλού κόστους. 

Η μετατόπιση του πληθυσμού σε περιοχές πιο οικονομικά προσιτές αλλά με ανύπαρκτες υποδομές, θα δημιουργήσει καινούριες περιοχές γκέτο όπως ακριβώς αυτές που έχουν δημιουργηθεί σε άλλες μεγαλουπόλεις του εξωτερικού. Οι φτωχότεροι όμως αυτών θα μετακινηθούν εκτός Αθήνας γιατί το κόστος ζωής (το οποίο είναι ήδη υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα) θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Η πόλη θα είναι βιώσιμη για τους έχοντες βλ. στελέχη επιχειρήσεων και όχι για τους υπόλοιπους. Θα είναι μία πόλη που θα απευθύνεται μόνο σε αυτούς και στους τουρίστες (για τους τελευταίους μόνο εάν και εφόσον προβάλλει μία επωνυμία που να βασίζεται στην υπάρχουσα ιστορική και πολιτισμική της ταυτότητα και δεν προβάλλεται σαν μία πολυεθνική μεγαλούπολη ακριβώς η ίδια με τις άλλες). 

Η Αθήνα παρά τις φυσικές της ομορφιές, το καλό της κλίμα, τις παραλίες (είναι η μοναδική πρωτεύουσα στον κόσμο με τόσο μεγάλη ακτή (77,7 χλμ. ) αλλά και τις χαμηλής ποιότητας υποδομές και την άναρχη δόμηση υπήρξε πάντα πόλος έλξης μεταναστών, εσωτερικών μεταναστών στην αρχή , οι οποίοι έρχονταν σε αυτή για να μεταβούν σε άλλες χώρες ή γιατί ήθελαν να μείνουν και να εργασθούν προσωρινά και μετά να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους. Συνεπώς, η πόλη δεν έτυχε της προσοχής και της αγάπης των ίδιων των κατοίκων της αλλά και πολλών δημάρχων της που δεν κατάγονταν από αυτή. Πλέον είναι ένας πόλος έλξης εξωτερικών μεταναστών με προοπτική να γίνει ένας οικονομικός πόλος ανάπτυξης αλλά όπως είπαμε για λίγους. 
Φωτεινή Μαστρογιάννη

Τείνει δε να χάσει παντελώς την τοπική της ιδιαιτερότητα λόγω εχθρικών προς αυτή αντιλήψεων και να γίνει άλλη μία άχρωμη μεγαλούπολη σαν τις άλλες, όπου ελάχιστοι από τους γηγενείς της θα μπορούν να παραμείνουν σε αυτή. 


Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Βιολογία των Ελίτ και Πολιτική

Χρήστος Γεωργίου 
Καθηγητής Βιοχημείας, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών 

Πώς εξηγείται η μεγάλη έλξη που ασκεί ο γενετικός αναγωγισμός, η ανθεκτικό­τητά του στις επιστημονικά θεμελιωμέ­νες νέες αντιγονιδιοκεντρικές ιδέες, η ελλιπής χρηματοδότησή τους από επί σημους ερευνητικούς θεσμούς και η αποσιώπησή τους από το εκπαιδευτικό σύστημα και τα ΜΜΕ; 


Οι λόγοι εν πολλοίς απορρέουν από την ιδεολογικοπολιτική και οικονομική εξάρτηση των επιστημών. Οι βάσεις της γονιδιοκεντρικής βι­ολογίας τέθηκαν από το Rockefeller Institute of Biochemistry (σήμερα Rockefeller University) της γνωστής οι­ κονομικής δυναστείας των ΗΠΑ (Kay, 1993),όπου πρωτοανακαλύφθηκε η χημική σύνθεση του DNA (τη δεκα­ετία του 1920). 

Το Ίδρυμα Ροκφέλερ διαμόρφωσε ακόμα και το όνομα του DNA, εισάγοντας τα αρχικά του στο τμήμα rib της πλήρους ονομασίας του (deoxyribonucleic acid) – θα έπρεπε να είναι riboso από τον ελληνικό όρο δεο­ ξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ. Το Ίδρυμα Ροκφέλερ ασχολήθηκε με το DNA τη δεκαετία του 1920 επειδή οι διαχειριστές (καταπιστευματοδέκτες) του φοβόντουσαν μια επανάστα­ση μπολσεβίκικου τύπου, λόγω των προηγηθεισών λαϊκών αναταραχών (το 1911), που οδήγησαν στη διάσπαση της πετρελαϊκής εταιρείας τους, Standard Oil. 

Το Ίδρυμα αναζητούσε τρόπους αποτελεσματικής διαχείρισης των αγανακτισμένων και ζηλόφθονων όχλων, εφαρμόζοντας δύο ξεχωριστές συμπληρωματικές στρατηγικές ελέγ­χου της ανθρώπινης συμπεριφοράς: στο επίπεδο των κοινωνικών δομών (οικογένεια, εργασία, συναισθήμα­ τα) υπό τον όρο «ψυχοβιολογία» και στο επίπεδο των χημικών βιομορίων. Το διπλά εστιασμένο πρόγραμμα του Ιδρύματος «Επιστήμη του Ανθρώπου», κατά τον διευθυντή του (το 1929) Max Mason, «προσανατολίζεται στο γενικό πρόβλημα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με σκοπό τον έλεγχό της μέσω της κατανόησής της. Οι κοινωνικές επιστή­ μες, για παράδειγμα, θα ασχοληθούν με τον εξορθολογισμό του κοινωνικού ελέγχου. Οι ιατρικές και φυσικές επι­στήμες προτείνουν μια στενά συντο­ νισμένη μελέτη των επιστημών που στηρίζουν την κατανόηση και τον έλεγ­χο του ατόμου» (Kay, 1993). 

A scientist in rubber gloves holding a Petri dish with some liquidΣύμφωνα με τον Warren Weaver, διευθυντή των Φυσικών Επιστημών του Ιδρύματος (το 1932), η «αναμόρφωση των επικρατουσών ιδεών για την ανθρώπινη φύση και τη συμπεριφορά», θα πρέπει να εναρ­ μονίζεται με τις «διαχειριστικές ανά­γκες» βιομηχανοποίησης προσωπικών χαρακτήρων όπως η διαχρονικότητα και η υπακοή. 

Ο δεύτερος στόχος του Ιδρύματος ήταν η επιστημονική ορθολογικοποίηση των τότε ευρέως διαδεδομένων αντιλήψεων της ευγονικής, που για τους διαχειριστές του σήμαινε ότι γνω ρίσματα όπως ευγένεια, νοημοσύνη και υπακοή, ελέγχονται από κάποιους κρυμμένους μηχανισμούς και βιομό­ρια, που λογικά θα έπρεπε να είναι επιστημονικά ανιχνεύσιμα, και που μόλις αναγνωριστούν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο της συμπεριφοράς. Αυτό απαιτούσε μια νέα αναγωγιστική «επιστήμη του πολύ μικροσκοπικού» για την ανακάλυψη της φύσης του γονιδίου (τότε θεωρεί­ το ότι ήταν πρωτεΐνες), που το Ίδρυμα την ονόμασε «μοριακή βιολογία». 

Μετά από διάφορες προσεγγίσεις με επιστήμονες και ιδρύματα, το Ίδρυμα κατέληξε το 1933 σε μια πλήρως επε­ξεργασμένη στρατηγική ανάπτυξης της μοριακής βιολογίας, με τη χρηματοδό­ τηση επιστημονικών ομάδων σε λίγα κορυφαία ιδρύματα όπως το Caltech και το Chicago University. Από εκεί εκ­παιδεύτηκαν εκατοντάδες επιστήμονες στην ανακάλυψη των «κύριων μορίων» –πηγών προέλευσης των σωματικών λειτουργιών και της συμπεριφοράς του ανθρώπου– με στόχο για το Ίδρυμα την επιστημονική επικύρωση των ευγονι­ κών θέσεων των Ροκφέλερ. Όλες αυτές οι έρευνες ήταν εξαιρετι­κά επιτυχείς για το Ίδρυμα, που τελικά επικέντρωσε τη χρηματοδότηση στο ευκολοπροσβάσιμο DNA.

Όπως σημει­ ώνει ο George Beadle (νομπελίστας στη φυσιολογία και διαπλεκόμενος με το Ίδρυμα), από τα 18 βραβεία Νό­ μπελ που δόθηκαν στη γενετική μετά το 1953, μόνο ένα απονεμήθηκε σε επιστήμονα που δεν είχε χρηματοδο­τηθεί από το Ίδρυμα Ροκφέλερ (Kay, 1993). Έως το 1989, η μοριακή βιολο­γία αποτελούσε την κυρίαρχη προσέγ­γιση όλων των κλάδων της βιολογίας (ιατρική, αναπτυξιακή βιολογία, νευ­ροβιολογία, γενετικά τροποποιημένη γεωργία) κυρίως χάρη στο Ίδρυμα, με τις οικονομικοπολιτικές επιρροές στη σύγχρονη διαμόρφωσή της να συνεχί­ ζονται μέχρι σήμερα (Latham, 2017). 

Η μόνη παραχώρηση του νεοδαρβινισμού ήταν η συμμετοχή και ολίγου περιβάλλοντος στη γενετική διαμόρφωση της ανθρώπινης φύσης, η ποσόστωση του οποίου ξεκινά σχεδόν από το μηδέν για τις (ακρο)δεξιές και τείνει αυξανόμενη προς κεντρώες, σοσιαλδημοκρατικές  και αμιγώς αριστερές ιδεολογίες, που όμως ακυρώνεται από τις απροσπέ­λαστες για τα άτομα-μάζες, στυγνά ανταγωνιστικές νεοφιλελεύθερες συ­μπληγάδες της τελειομανίας και της αξιοκρατίας

Συνεπώς, ο νεοδαρβινισμός αναμ­φίβολα αποτέλεσε και αποτελεί το κε­ντρικό ιδεολόγημα των ελίτ όλων των μορφών καπιταλισμού. Η κεντρική του ιδέα περί μη βιολογικής (γενετικής) και διανοητικής ισότητας μεταξύ των ατόμων ήταν αποδεκτή από τον Μαρξ (δικαιολογημένα, με την τότε βιολογία στα σπάργανα και τις ανάλογες ιδέ­ες του Δαρβίνου στο απόγειό τους). Παραμένει όμως στους θεωρητικούς του μαρξισμού (και του αναρχισμού), με εξαίρεση τον Antonio Gramsci και τον Κορνήλιο Καστοριάδη (Georgiou, 2016). Επίσης, έχει επηρεάσει καθο­ριστικά την αποτυχία της μαρξιστικής ιδεολογίας στην ανάπτυξη ενός ενο­ ποιητικού επιστημονικού ορισμού της ισότητας, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της Αριστεράς σε ιδεολογικές αιρέσεις ενός μαρξισμού σε εκφυλιστι κή επιστημονική στατικότητα. 

Η αποδο­χή της ύπαρξης γενετικά ισοδύναμης, αδιαβάθμητης διανοητικής ισότητας (όχι ταυτότητας) μεταξύ των ατόμων συνεπάγεται αυτόματα και την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, όχι όμως το αντίθετο (όπως έχει ήδη διαπιστωθεί από τη δημιουργία/διαιώνιση κοινωνικών ανισοτήτων στα πρώην και νυν καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού). Με το να μην κατανοούν τη μετατροπή της γονιδιοκεντρικής βιολογίας σε κύ­ριο ιδεολογικοπολιτικό εργαλείο των ελίτ, οι μαρξιστές, αριστεροί και αναρ­χικοί κάθε απόχρωσης αδυνατούν να αντιπαρατεθούν ιδεολογικά μαζί τους σε αυτό το πεδίο. Υπολείπονται ιδεολογικά ακόμα και όταν οι ελίτ διατρανώνουν ακραία τις ανισότητες προκει­μένου να αιτιολογήσουν τις πολιτικές τους, με κλασικό εγχώριο πολιτικό πα­ράδειγμα τον πρόεδρο της Νέας Δημο­ κρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη: «Δεν τρέ­φω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση»

Η αναδυόμενη νέα βιολογία προ­σφέρει τα απαραίτητα επιστημονικά επιχειρήματα για την ιδεολογική και επιστημονική θεμελίωση των κοινω­ νιών του μέλλοντος που θα βασίζο­νται στην ισότητα των ατόμων. Θέτει τα γονίδια περί γενετικών ανισοτήτων στη θέση των άψυχων πλήκτρων του πιάνου που ενεργοποιούνται από τον πιανίστα-άτομο, σε απόκριση πλειάδας περιβαλλοντικών διαβαθμίσεων (ενδο/ διακυτταρικές, ενδο/διοργανικές και ενδο/διοργανισμικές, τροφή, φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον). 

H διανοητική/γνωστική διαφορετι­κότητα των ατόμων είναι αποτέλεσμα έκθεσης σε διαφορετικά ερεθίσματα που μπορεί να είναι τυχαία (λόγω γέν­νησης από μη επιλέξιμα οικογενειακά περιβάλλοντα, γεωγραφικούς χώρους και χώρες) ή υποβαλλόμενα (παιδεία) ή και επιδιωκόμενα (στο βαθμό που υπάρχει ενσυνείδητη και πλήρης εικό­να του όλου). 

Επίσης, τα ερεθίσματα μπορεί να τυχαιοποιούνται στο πλαίσιο πολιτιστικών, οικονομικών ακόμα και αντιπαγκοσμιοποιητικών βιολογικών/ τεχνολογικών περιορισμών (διποδι­σμός, τεχνολογικά αδύνατη η ακαριαία μετάβαση-επιστροφή, εγκατάσταση, προσαρμογή σε άλλες χώρες), καθώς και λόγω της περιοριστικής αυτοσυντηρητικής τάσης συνασπισμού των ατόμων σε ομάδες (φυλές, έθνη, πα­ τρίδες) αλληλοσυμπληρούμενων ενδι­αφερόντων/συμφερόντων/παραδόσε­ων/θρησκειών εντός περιορισμένων γεωγραφικών χώρων. 

A set table with ornate silver candlesticks and elegant tableware in a Victorian interiorΟι ελίτ κατασκευάζουν για τις μάζες έναν απρόσωπο/νεφελώδη –γνωστικά, κοινωνικά, και ως προς τη φυλογένεια– γονιδιοκεντρικό ατομικισμό. Επιτρέ­πουν στα άτομα την ελεύθερη επιλογή μόνο σε ομογενοποιημένους (κοσμοπολιτικά, πολυπολιτισμικά) τρόπους αποπροσωποποίησης του ατομισμού τους. Έτσι, τα αναγκάζουν να προσφεύ­γουν σε θολά κριτήρια αυτοεπιβεβαί­ωσης, μετατρέποντάς τα σε πολιτικά ακίνδυνες ατομικιστικές ασημαντότη­ τες
Αποτέλεσμα εικόνας για χρήστοσ γεωργίου καθηγητήσ
Χρήστος Γεωργίου
Παρά ταύτα, τα άτομα ισορροπούν βιολογικά, ψυχικά και διανοητικά μόνο όταν αντλούν αυτοεπιβεβαίωση από κοινωνικούς στόχους/δράσεις που θέ­τουν/πραγματοποιούν δημοκρατικά με ισότιμα μέλη των κοινωνιών τους. Συνεπώς, η βιολογική φύση του αν­θρώπου και η επιβίωσή του ως είδος επιβάλλουν την αξιακά και διανοητι­κά ισότιμη, συναγωνιστική κοινωνική συμβίωσή του υπό συνθήκες ατομικού αλληλοσεβασμού και υψηλού επιπέ δου πολιτισμού και παιδείας. Μόνο υπό αυτό το πλαίσιο βιολογικής/διανοητι­ κής ισότητας θα μπορέσει ο άνθρωπος να επεξεργαστεί βιώσιμα πολιτικά συ­στήματα και δομές ουσιαστικής κοινω νικής αυτοδιαχείρισης.


Το παραπάνω κείμενο  είναι απόσπασμα από το άρθρο «Μια νέα κοινωνιοκεντρική βιολογία αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικά ισότιμων ατόμων και περιβάλλοντος. Αποκαθηλώνεται η γονιδιοκεντρική μοριακή βιολογία των ελίτ» που δημοσιεύτηκε στα Τετράδια Μαρξισμού 7:39-64, 2018.