Οικονομικό Σπουδαστήρι

Οικονομικό Σπουδαστήρι
Γι'Αυτούς που Θέλουν Εξειδίκευση
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

Ο Γυμνός Βασιλιάς και η Ορθογραφία της Ελληνικής Πολιτικής

 

Ηλικιωμένος βασιλιάς – μεταφορά για την έκπτωση της πολιτικής γλώσσας και του πολιτισμού

Φωτεινή Μαστρογιάννη


«Ανάγκη ψυχοτρόπος η γραφή

για άλλη μια φορά

με ξεγυμνώνει-

και ένδυμα ουκ έχω».


Αντώνης Περαντωνάκης – Κρυμμένα λόγια


Πολλές φορές η γραφή ξεγυμνώνει τους πολιτικούς μας αφήνοντας τον Βασιλιά τελείως γυμνό.

Ανορθόγραφα κείμενα, κακή σύνταξη, φτωχή χρήση της γλώσσας. Τι συμβαίνει με τους Έλληνες πολιτικούς; Γιατί τα Ελληνικά τους είναι φτωχά; Τι σημαίνει αυτή η έλλειψη γνώσης της γλώσσας και ευρύτερα του ελληνικού πολιτισμού;

Πνευματικός γενιτσαρισμός

Κάποιοι από αυτούς είναι θύματα ενός πνευματικού γενιτσαρισμού. Φοίτησαν σε ξένα σχολεία και πανεπιστήμια και έμαθαν να γράφουν καλύτερα σε μία ξένη γλώσσα παρά στα ελληνικά. Έμαθαν να περιφρονούν τη χώρα από την οποία προέρχονται, η οποία παρά την πλούσια ιστορία της και την προσφορά της στον παγκόσμιο πολιτισμό, οικονομικά και πολιτικά ήταν πάντα υποτελής. Έμαθαν λοιπόν οι πολιτικοί μας να αναγνωρίζουν τον επικυρίαρχο ως ανώτερο τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά. Αυτό όμως δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο της χώρας μας αλλά όλων των χωρών που είναι υποτελείς. 

Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός των επικυρίαρχων δημιουργεί ένα μόνιμο και υφέρπον


αίσθημα κατωτερότητας τόσο των ταγών όσο και του ίδιου του λαού. Δεν είναι τυχαία η εκτεταμένη χρήση της αγγλικής στη χώρα μας σε βαθμό μάλιστα που η ευχέρεια στα αγγλικά θεωρείται ένδειξη μόρφωσης. 

Τα ΜΜΕ, σε μία προσπάθεια εκμοντερνισμού ή 
Χαρακτήρας με υπερβολικά τατουάζ – συμβολισμός του τουρκομπαρόκ εκμοντερνισμού στα ΜΜΕ και την πολιτική
μάλλον τουρκομπαρόκ, όπως θα το αποκαλούσε  ο αείμνηστος Μιχάλης Χαραλαμπίδης, συμβάλλουν στην κατακρεούργηση της ελληνικής γλώσσας και στη διείσδυση της αγγλικής.


Εκπαίδευση και γλωσσική ένδεια

Για να επανέλθω στους πολιτικούς. Κάποιοι άλλοι που δεν φοίτησαν σε ξένα σχολεία και πανεπιστήμια μιλούν και γράφουν εξίσου κακά ελληνικά. Αξέχαστη η «πιότητα» του πρώην πρωθυπουργού  Σημίτη – σύμβολο της γλωσσικής αμηχανίας της πολιτικής εξουσίας αλλά και η παράλειψη των τόνων και οι λανθασμένες καταλήξεις του Πρωθυπουργού που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στο Διαδίκτυο.  Αυτοί είναι θύματα τόσο της ελληνικής εκπαίδευσης που ευνοεί την απομνημόνευση αλλά όχι την κριτική σκέψη και τη γλωσσική και ευρύτερη πνευματική καλλιέργεια.

Νεαρός άντρας μπερδεμένος ανάμεσα σε σημειώσεις – συμβολίζει τη γλωσσική ανεπάρκεια και την αμηχανία στον πολιτικό λόγο
Η γλώσσα όμως είναι και σημειολογία. Παρά τους λόγους που αναφέρθηκαν μερίδιο της ευθύνης έχουν και οι ίδιοι οι πολιτικοί που αδιαφόρησαν λόγω αλαζονείας αλλά μπορεί και τεμπελιάς να ασχοληθούν με τον πολιτισμό του λαού τον οποίο εξουσιάζουν.

Φαίνεται ότι δεν γνωρίζουν (ή μήπως δεν τους ενδιαφέρει) ότι υφίστανται τo κατά Sethi (1975) κενό νομιμοποίησης. Με άλλα λόγια υπάρχει ένα κενό, ένα πολιτισμικό χάσμα μεταξύ αυτού που προσδοκά η κοινωνία  (μία τουλάχιστον πολιτισμική ευπρέπεια) από τους πολιτικούς και της πραγματικής τους συμπεριφοράς. 

Οι πολιτικοί δεν γνωρίζουν ότι με τη γλωσσική τους ανεπάρκεια δεν εμπνέουν σεβασμό και οι πολίτες δεν τους εμπιστεύονται πλέον; Δεν γνωρίζουν ότι με τη στάση τους αυτή νομιμοποιούν την προχειρότητα; 

Από την τεμπελιά στην επιτελεστικότητα

Μήπως πέραν της αλαζονείας και της πιθανής προσωπικής τεμπελιάς ή αδράνειας κρύβεται κάτι άλλο; Μήπως είναι σημάδι των καιρών; Αφού όλα πλέον τα παρέχει έτοιμα και μασημένα η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη γιατί να προσπαθήσουμε περισσότερο; Μήπως γιατί πλέον, οι άνθρωποι δεν διαβάζουν κείμενα παρά μόνο λεζάντες άρα δεν θα ασχοληθούν και με τα ανορθόγραφα κείμενα τους και τον φτωχό πολιτικό τους λόγο;

Μήπως δρουν με βάση την επιτελεστικότητα όπου επιτελεστικότητα, όπως την ανέπτυξε η Τζούντιθ Μπάτλερ , είναι η ικανότητα μίας γλωσσικής τάξης να παράγει αποτελέσματα στον πραγματικό κόσμο και εδώ το αποτέλεσμα θα είναι μία χαμηλού επιπέδου δημόσια σφαίρα και αδιάφοροι και αμόρφωτοι πολίτες; Η κακή χρήση της γλώσσας από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς "νομιμοποιεί" τη γλωσσική αμέλεια στην καθημερινότητα ενώ οι νέοι  χάνουν την επαφή με τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Η γλώσσα ως πράξη αντίστασης

Η γλώσσα είναι πράξη και όχι απλώς φορέας νοήματος. Η σωστή χρήση της είναι πράξη αντίστασης και αλήθειας στον γενικότερο ευτελισμό και ως τέτοια είναι δύσκολη. Όπως έλεγε ο Περικλής Γιαννόπουλος «Μάθετε να υποφέρετε την αλήθεια».

 Η ανθρωπότητα και όχι μόνο ο ελληνισμός έχουν ανάγκη ατόμων με πνευματική καλλιέργεια και όχι  με πληθώρα πτυχίων κενού νοήματος. 

Αλλωστε όπως έγραψε και ο Πλάτων «αρχή της αλήθειας είναι ο θαυμασμός των πραγμάτων» και στην περίπτωση μας είναι ο θαυμασμός για την πλούσια γλώσσα μας. 

Φωτεινή Μαστρογιάννη – συγγραφέας άρθρου για τη γλώσσα και την ελληνική πολιτική
Φωτεινή Μαστρογιάννη

Εάν την θαυμάζουμε και τη σεβόμαστε θα γνωρίσουμε το αληθινό και θα καταρρεύσει όλο το άσχημο, ψεύτικο εποικοδόμημα που μας περιβάλλει. Η γλώσσα είναι δύναμη, πολιτισμός και αντίσταση, ας την προστατεύσουμε.



 


Εγγραφείτε για να λαμβάνετε πρώτοι τα κείμενά μου: Κάντε κλικ εδώ

©copyright Mastroianni Fotini 2025

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

Αντίσταση στη Χυδαιότητα: Η Αισθητική Επανάσταση

 


Φωτεινή Μαστρογιάννη

«Ειδήσεις. Νέος βιασμός. Παιδί δολοφονήθηκε. Πόλεμος κάπου. Χιλιάδες θέσεις εργασίας πάνε. Αλλά αυτά δεν μας νοιάζουν, ο βασιλιάς γιορτάζει τα γενέθλια του».

Σάρα Κέην – Η αγάπη της Φαίδρας


Γιατί όμως μας νοιάζουν τα γενέθλια του βασιλιά; Μήπως τα ΜΜΕ μας αναγκάζουν να μας ενδιαφέρουν τέτοια ανούσια θέματα;  

Είναι προφανές ότι η προβολή τέτοιων ειδήσεων αποτελούν μέρος της χυδαιότητας των συστημικών μέσων μαζικής ενημέρωσης που αποτελούν, με τη σειρά τους,  σημαντικό τμήμα της ψυχοπαθητικής κοινωνίας στην οποία είχα αναφερθεί στο κείμενο μου «Διαφθορά – η νέα ηθική». 

Η περιρρέουσα χυδαιότητα την οποία προβάλλουν και επιβάλλουν τα μέσα αποτελεί πλέον τρόπο ζωής. Τα πάντα εκχυδαΐζονται. Χυδαιότητα είναι η επικράτηση ενός ακαλαίσθητου μαζικού στυλ με στοιχεία πορνείου, η έλλειψη καλών τρόπων αλλά  κυρίως η εμπορευματοποίηση των ηθικών αξιών.

Οι πολιτικοί αλλά και εκκλησιαστικοί ταγοί σχολιάζουν το ντύσιμο και την κόμμωση πενθούντων γονέων αγνοώντας αυτό που έχει επισημάνει ο Μπερτράντ Μπυφόν « αν ένα πράγμα ή άτομο έχει προσόντα, οι χυδαίοι τα υποτιμούν, τα αρνούνται ή τα κρύβουν και εξετάζουν μόνο τα ελαττώματα του». Οι "χυδαίοι" στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμα και την προσεγμένη εμφάνιση την θεωρούν ελάττωμα (!), ένα στοιχείο που δεν θα έπρεπε να συνυπάρχει με το πένθος λες και το πένθος δεν είναι ψυχικό αλλά θα πρέπει να είναι επιφανειακό και στερεοτυπικό όπως είναι οι ίδιοι. Το πένθος το ταυτίζουν  με την ασχήμια και όχι με την ομορφιά της αιώνιας ζωής και την τιμή στον νεκρό που αποδίδει η προσεγμένη εμφάνιση των ζώντων.

Η εμφάνιση των πενθούντων χρησιμοποιήθηκε από τους ταγούς και ως μέσο επιβολής του αυταρχισμού. Επεμβαίνουν και υπαγορεύουν  πως πρέπει να συμπεριφέρεται ένας πολίτης όταν πενθεί, ειδικά μία μητέρα.  Παρατηρούμε δηλαδή την εργαλειοποίηση  της χυδαιότητας από τον αυταρχισμό  αναδεικνύοντας τη ως μέσο κοινωνικής χειραγώγησης πίσω από μία ρηχή ηθικολογία. O tempora o mores!

Κάποιοι από τους ταγούς  υποστήριξαν  ότι το πένθος θα αποτελέσει εμπόδιο στον τουρισμό, δεν θα έρθουν τουρίστες, με άλλα λόγια, στη χώρα γιατί η κοινωνία πενθεί ενώ οι ιθαγενείς θα έπρεπε να είναι συνεχώς χαρωποί (όπως πράττει μία καλή Μπανανία) ως άλλοι παλιάτσοι  προς τέρψη των τουριστών. Όλα στον βωμό του Μαμωνά λοιπόν. Στον βωμό αυτό δεν υπάρχουν ηθικοί φραγμοί, αισθητική, καλή συμπεριφορά, ενσυναίσθηση. Υπάρχει μόνο το κέρδος, ο ατομικισμός και η απαραίτητη συνακόλουθη χυδαιότητα.


Ένα μεγάλο μέρος του καλλιτεχνικού κόσμου ακολουθεί, δεν υπάρχει καλλιτεχνική παραγωγή υψηλής ποιότητας. Τραγουδίστριες περιφέρουν τη γυμνή τους σάρκα με στόχο να προκαλέσουν την προσοχή και σίγουρα όχι να σαγηνεύσουν, ακόμα και πιανίστες κλασικής μουσικής εμφανίζονται με σεξουαλικό ντύσιμο λερώνοντας έτσι τα μάτια μας και εμποδίζοντας τα αυτιά μας, το μυαλό μας και την καρδιά μας να απολαύσουν τη μουσική. Καθίστανται οι καλλιτέχνες γυναίκες με τρόπους άξεστους και γλώσσα μαινάδας για να παραφράσω τη ρήση του Σενέκα για τη γυναίκα του Σωκράτη. 

Τα παραπάνω δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στην κοινωνία μας, καλλιεργούνται με συστηματικό τρόπο τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η χυδαιολογία εναντίον των διανοούμενων (οι κουλτουριάρηδες), η προώθηση των μπουζουκιών, η διαφήμιση της επίδειξης και της αλαζονείας μέσω της προβολής μίας συγκεκριμένης εμφάνισης και συμπεριφοράς από περιοδικά ποικίλης ύλης είναι κάποιοι από τους λόγους που φτάσαμε εδώ.

Σήμερα, όμως,  το φαινόμενο έχει γίνει πολύ έντονο, ξέφρενο,  έχουν πέσει και οι τελευταίες μάσκες.  Οι παράγοντες είναι πολλοί, η οικονομική κρίση για παράδειγμα σε συνδυασμό με την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση που προκαλεί απώλεια των θέσεων εργασίας και δυστυχώς όχι αναπλήρωση τους, η συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι το μέλλον του είναι αβέβαιο και αρκετά ζοφερό τον ωθούν στη χυδαιότητα ως μέσο ανάδειξης του εαυτού και ύπαρξης ακόμα και  οικονομικής επιβίωσης. 

Η δημιουργία του Only Fans για παράδειγμα και η συμμετοχή σε αυτό για οικονομικό προσπορισμό αναδεικνύει την εμπορευματοποίηση της σεξουαλικότητας, τη χυδαιότητα αλλά και την κρυμμένη απελπισία. Την απελπισία της οικονομικής πίεσης και της κοινωνικής απομόνωσης του ανθρώπου που μέσα από μία οθόνη βλέπει και προσπαθεί να ικανοποιηθεί ερωτικά αποφεύγοντας την εγγύτερη επαφή.

Αυτή η χυδαιότητα των ταγών της ψυχοπαθητικής κοινωνίας διαπερνά όπως είδαμε τα πάντα. Διαφήμιση της σεξουαλικής συμπεριφοράς, επίδειξη γυμνού κρέατος αναγκάζοντας τους πάντες να το βλέπουν είτε το θέλουν είτε όχι, επιβολή της αγένειας ως εργαλείο κοινωνικής επικοινωνίας και συνδιαλλαγής είναι κάποιες από τις εκδηλώσεις της χυδαιότητας όπως και ο ναρκισσισμός και η αλαζονεία. Η αλαζονεία του ανθρώπου που δεν έχει ιστορική προέλευση, δεν ανήκει σε κάποια κοινωνία αλλά ανήκει μόνο στον εαυτό του και προσπαθεί τον χυδαίο αυτόν εαυτό να τον επιβάλλει στους άλλους.

Ποιά μπορεί να είναι η αντίδραση μας σε όλα αυτά; Μπορούμε να ακολουθήσουμε τη ρήση του Οράτιου «μισώ τον χυδαίο βέβηλο και τον αποφεύγω» και να αποφύγουμε τους χυδαίους. Αρκεί όμως κάτι τέτοιο; Όχι, δυστυχώς, η αποφυγή είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο είναι η συλλογική αντίδραση μέσω της αισθητικής «επανάστασης». 

Της επαναφοράς μίας αισθητικής καλών τρόπων και εμφάνισης (ναι, να φροντίζουμε την εμφάνιση μας ακόμα και όταν πενθούμε ή μάλλον κυρίως τότε άλλωστε η ευαισθησία στο ωραίο αυξάνει και την ηθική ευαισθησία), ενσυναίσθησης , συλλογικότητας και σεβασμού μέσα από την προσωπική στάση ζωής. Ας προσπαθήσουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας (όχι όμως ματαιόδοξα ως άλλοι Ντόριαν Γκρέι), να είμαστε ευγενικοί προς τους άλλους και κυρίως να επιδεικνύουμε τη μέγιστη ευγένεια καθημερινά (ουσιαστικά με ενσυναίσθηση και κοινωνική αλληλεγγύη και όχι υποκριτικά)  είτε είναι στο σπίτι μας είτε στον χώρο εργασίας. Ευγένεια που σημαίνει ανθρωπιά. Ας απομονώσουμε τους χυδαίους μέσω της κοινωνικής κατακραυγής και αποφυγής.

Η αισθητική επανάσταση δεν είναι μία ελιτίστικη στάση είναι η στροφή προς το ωραίο που μπορεί να έχει ευρεία πολιτική και κοινωνική διάσταση. Αντικείμενο της είναι η αλλαγή της προσωπικής στάσης τόσο ιδιωτικά όσο και στον δημόσιο χώρο. Η αισθητική μπορεί να είναι μία αντίδραση στην κουλτούρα του καταναλωτισμού αλλά και αντίσταση στον μηδενισμό και στην παρακμή όπως υποστήριζε ο Νίτσε. Η αισθητική από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε θεσμικές παρεμβάσεις σε διάφορους τομείς βλ. αρχιτεκτονική κτλ. αρκεί αυτοί που επιθυμούν να ηγηθούν και να διοικήσουν να είναι και οι ίδιοι λάτρεις της.

Η αισθητική επανάσταση δεν θα λύσει όλα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου όπως δεν έκαναν και άλλα αντίστοιχα κινήματα στο παρελθόν βλ. Ρομαντισμός.  

Ωστόσο όπως ο Ρομαντισμός αντιτάχθηκε στον ορθολογισμό και εισήγαγε νέες αισθητικές αξίες έτσι και η σύγχρονη αισθητική επανάσταση, εάν και σε διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, αντιτάσσεται στη χυδαιότητα με τον σεβασμό, την ευγένεια και την ανθρωπιά που θα προωθήσει θα συμβάλει στη δημιουργία μίας συλλογικής και όχι ατομικής συνείδησης ενός υπερδιογκωμένου Εγώ και μέσα από αυτή θα επέλθει και η αλλαγή. Η κατάργηση του αλαζονικού Εγώ θα βοηθήσει στην πνευματική αναγέννηση. Η αισθητική συνείδηση μπορεί να αναπτύξει και ηθική συνείδηση, γιατί σύμφωνα με τον Καντ, η ενασχόληση με το Ωραίο (επαναλαμβάνω όχι με την έννοια της ματαιοδοξίας)  μας εκπαιδεύει να σκεφτόμαστε πέρα από τον εαυτό μας και να εκτιμάμε την αρμονία και την ανιδιοτέλεια.

Αλλωστε ας θυμηθούμε και τους αρχαίους Αθηναίους που συζητούσαν τα προβλήματα τους στην Αγορά όλοι μαζί χωρίς διάθεση επιβολής και ανούσιας προβολής ενώ υποστήριζαν  το Καλόν Καγαθόν δηλαδή ότι η ομορφιά είναι και εσωτερική αρετή. Ο έρωτας για το Καλό και το Ωραίο οδηγεί την ψυχή στην ανώτερη γνώση όπως μας δίδαξε ο Πλάτωνας.

Στις ημέρες μας τα κοινωνικά μέσα θα μπορούσαν να διαδραματίσουν τον ρόλο της Αγοράς ωστόσο, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι χρησιμοποιούνται ως μέσο ναρκισσιστικής επίδειξης και δυστυχώς και λογοκρισίας. Συνεπώς η Αγορά θα μπορούσε να είναι μέσα από τις δικές μας μικρές ομάδες στους χώρους που ανήκουμε εάν και ο χώρος θα μπορούσε να είναι κάτι απλό όπως για παράδειγμα μέσω παρεμβάσεων στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων, μία εβδομαδιαία συνάντηση ανταλλαγής απόψεων ή λέσχες ανάγνωσης κειμένων για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και κυρίως ολοσχερή εγκατάλειψη της τηλεθέασης.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
 Μία τέτοια επαναφορά στις ημέρες μας αποτελεί πλέον ριζοσπαστική κίνηση διαφοροποίησης και αντίστασης στην ομοιογενοιοποίηση όλων προς το χείριστο. Δεν αρκεί να αποδεχόμαστε ότι η ζωή είναι οικτρή και να αποφασίζουμε να την περάσουμε αναλογιζόμενοι την, όπως έλεγε ο Αρθουρ Σοπενάουερ, αλλά οφείλουμε με τις δικές ενέργειες να την αλλάξουμε.

 

 

 


Εγγραφείτε για να λαμβάνετε πρώτοι τα κείμενά μου: Κάντε κλικ εδώ

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

Η Μαλβίνα Κάραλη, οι Eπικίνδυνοι Mικροαστοί και η Πληγή του Lifestyle

Αφορμή για τη συζήτηση με τη Σοφία Ζήση ήταν το άρθρο της στο Respublica.gr «Η ευτελής γοητεία της Μαρίας Ελένης Σακκά (ή Μαλβίνας Κάραλη)» το οποίο έκανε ιδιαίτερη αίσθηση. 


Η Σοφία Ζήση γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981 και ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Δημιουργική γραφή (Roehampton University, Birkbeck College). Έχει συμμετάσχει στην Μπιενάλε BJCEM (2005) διαβάζοντας ποιήματα της, ενώ έχει διακριθεί σε διάφορους διαγωνισμούς ποίησης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα οnline περιοδικά. Στο θεατρο έχουν παρουσιαστεί έργα της στο London Student Drama Festival (2017, σκην. Goldsmiths Drama Society), Θέατρο 104 (2017-19, σκην. Blue Blonde), Θέατρο Faust και Θέατρο 104 σε συνεργασία με την ομάδα The Young Quill. Αρθογραφεί στο ResPublica.gr.





Φωτεινή Μαστρογιάννη: Στο άρθρο σας με τίτλο «Η ευτελής γοητεία της Μαρίας Ελένης Σακκά (ή Μαλβίνας Κάραλη)» είστε αρκετά επικριτική με την κα Κάραλη. Τί σας έκανε να γράψετε το κείμενο αυτό και γιατί δεκαοκτώ χρόνια μετά τον θάνατό της;

Σοφία Ζήση

Σοφία Ζήση: Ήταν συγκυριακό. Αφορμή ήταν η επέτειος του θανάτου της, που ώθησε τους θαυμαστές της να αναρτήσουν στο Facebook φωτογραφίες με τα αποφθέγματά της. Δεν την θαύμαζα ούτε την αντιπαθούσα ποτέ. Παρόλο που ήταν ένα πρόσωπο ιδιαίτερα προβεβλημένο, μου ήταν αδιάφορη.


Μου τράβηξε την προσοχή τώρα, τόσο γιατί συνεχίζει να συγκεντρώνει έναν προσωπολατρικό θαυμασμό, αλλά και γιατί ψάχνοντας στο ίντερνετ δεν βρήκα πουθενά να της έχει ασκηθεί ουσιαστική κριτική. Το μόνο που υπάρχει είναι εγκωμιαστικά σχόλια σύμφωνα με τα οποία ήταν μια ‘σαρωτική προσωπικότητα’ και ‘διανοούμενη’. Θεωρώ ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί της αποδίδονται λόγω της επικοινωνιακής της άνεσης, η οποία συγκαλύπτει την μετριότητα του έργου της. Η περίπτωσή της προσφέρεται για πολιτισμική κριτική, δηλαδή για ψύχραιμη ανάλυση του ρόλου και της λειτουργίας του έργου της ως πολιτισμικού και κοινωνικού προϊόντος, κριτική η οποία λείπει μέχρι στιγμής από τη δημόσια σφαίρα.



ΦΜ: Θεωρείτε ότι η κα Κάραλη μαζί με κάποιους άλλους που είναι ακόμα εν ζωή διαμόρφωσαν μία συγκεκριμένη κουλτούρα και αισθητική την δεκαετία του 1990 στην Ελλάδα; Εάν ναι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της και ποιες οι επιπτώσεις της στο κοινωνικό σύνολο;


ΣΖ: Είναι κοινή παραδοχή πως κάποια από τα πρόσωπα με κύρος και δημόσια προβολή την δεκαετία του 90 έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση της εγχώριας ποπ κουλτούρας, συνέβαλαν στην διάδοση τρόπων συμπεριφοράς, μόδας και τρόπων έκφρασης που χαρακτήρισαν την εποχή.
Ο αντίλογος σε αυτή την παραδοχή είναι πως η κουλτούρα του lifestyle δεν ήταν προϊόν της δράσης αυτών των ατόμων, αλλά ότι το lifestyle προϋπήρχε, και βρέθηκαν οι κατάλληλοι εκφραστές που το χρησιμοποίησαν και αναδείχτηκαν επαγγελματικά μέσω αυτού. Προφανώς στις περισσότερες περιπτώσεις μια κουλτούρα είναι προϊόν συλλογικών διεργασιών σε βάθος χρόνου, και δεν αποτελεί εφεύρημα μεμονωμένων ανθρώπων. 
Γίνεται φανερό ωστόσο πως η ευθύνη ανήκει κυρίως στους ανθρώπους με την μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή, και πως υπεκφεύγει κανείς όταν προτάσσει την δικαιολογία της συλλογικής ευθύνης. Παράλληλα, κάποιοι από αυτούς που πρωτοστάτησαν στην διαμόρφωση της συγκεκριμένης κουλτούρας διακατέχονται από αλαζονεία, θεωρώντας τον εαυτό τους ευεργέτη ή εξυγιαντή κοινωνικών συμπεριφορών, κυρίως ενός “επαρχιωτισμού” που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τον Έλληνα. 
Από την άλλη, η διάδοση του lifestyle δεν σημαίνει αυτόματα ότι επηρεάστηκαν εξίσου όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πολλοί από εμάς την δεκαετία του 90 απείχαμε από αυτή την κουλτούρα, είτε συνειδητά είτε γιατί μεγαλώναμε ή ζούσαμε σε περιβάλλον πολύ διαφορετικό και έχοντας να αντιμετωπίσουμε διάφορα προβλήματα, μέχρι και προβλήματα επιβίωσης. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράδοξο για μια περίοδο που θεωρείται εποχή αφθονίας, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα είναι πάντα πολυεπίπεδη και τίποτα δεν προεξοφλεί ότι η φανταχτερή ποπ κουλτούρα των 90s αφορούσε τους πάντες. Αφορούσε όμως σίγουρα ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου με διαφορετικές κοινωνικές καταβολές. 
Η Μαλβίνα Κάραλη ήταν ένα από τα άτομα που εξέφρασαν αυτή την φανφαροειδή κουλτούρα. Αρθρογραφούσε, έγραφε σενάρια, τραγουδούσε, είχε παίξει στον κινηματογράφο αλλά δεν υπήρξε σπουδαία σε καμία από τις ιδιότητές της. Ήταν μέσα σε όλα όχι γιατί είχε κάτι ουσιαστικό να πει αλλά γιατί της το επέτρεπε η κοινωνική της θέση η οποία της έδινε εύκολη πρόσβαση στα μεγάλα ΜΜΕ, μαζί με μια έπαρση και ευστροφία που χρειάζεται να έχει κανείς για να προβάλλει τον εαυτό του σαν μέντορα και διαμορφωτή της κοινής γνώμης.




ΦΜ. Ποιο είναι το προφίλ των ατόμων που επηρέασαν τότε την ελληνική κοινωνική γνώμη; Είναι ένα διαχρονικό συγκεκριμένο προφίλ που προτιμάται από τα ΜΜΕ και σήμερα;

ΣΖ: Η πρόσβαση στα ΜΜΕ είναι σίγουρα ευκολότερη για ανθρώπους των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, με κάποιες εξαιρέσεις να προέρχονται από τα κατώτερα στρώματα λόγω τύχης, προσπάθειας ή/και ικανότητας στην κοινωνική δικτύωση. Κάνουν συχνά αφ' υψηλού κριτική προς τις “ανεύθυνες μάζες” , θεωρούν την Ελλάδα έναν οπισθοδρομικό τόπο που πρέπει να παραδειγματιστεί από τις “σοβαρές” χώρες της Δύσης, απεχθάνονται τον λαϊκισμό ερμηνεύοντάς τον εσφαλμένα ως επί το πλείστον με την αρνητική του έννοια δηλαδή ως χειραγώγηση των μαζών από επιτήδειους λαοπλάνους που υποτίθεται ότι απειλούν κάποια από τα φιλελεύθερα ιδεώδη, μπορεί να είναι αριστεροί ή δεξιοί αλλά είναι προοδευτικοί οικονομικά και κοινωνικά χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις αρνητικές συνδηλώσεις του προοδευτισμού που έχουν αναλυθεί από πολλούς στοχαστές. 
Φυσικά ισχύουν και παραλλαγές των παραπάνω χαρακτηριστικών και οι απόψεις μπορεί να ποικίλλουν. Η Κάραλη για παράδειγμα υποστήριζε πράγματα που την έκαναν συμπαθή σε μέρος του κόσμου, όπως σχετικά με το Μακεδονικό, τα Ίμια ή την κυβέρνηση Σημίτη, και από την άλλη αποφθέγματά της για τον ρόλο της γυναίκας την έκαναν αντιπαθή ή αμφιλεγόμενη σε κάποιες από τις φεμινίστριες. Σε αυτό θα απαντούσα πως θα έπρεπε να σκεφτεί κανείς τι αντιπροσώπευε συνολικά η παρουσία της Κάραλη στη δημόσια σφαίρα για να κρίνει αν άξιζε ή όχι το θαυμασμό ή την εκτίμησή μας. Σήμερα το προφίλ των διαμορφωτών της κοινής γνώμης δεν διαφέρει σημαντικά από αυτό της δεκαετίας του 90. Διαιωνίζεται σε διάφορες εφημερίδες και ιστοσελίδες μεγάλης ή μικρότερης εμβέλειας.




ΦΜ: Μου αναφέρατε την τεράστια κοινωνική ανισότητα που υπάρχει στην Ελλάδα. Εντούτοις υπάρχει η άποψη ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ των κοινωνικών τάξεων συνεπώς και η κοινωνική ανισότητα είναι μικρή. Γιατί θεωρείτε ότι υπάρχει ανισότητα; Ποιά είναι η ελληνική ελίτ και ποια τα χαρακτηριστικά της; Διαφέρει από τις αντίστοιχες ελίτ του εξωτερικού;

ΣΖ: Είναι αλήθεια ότι από την δεκαετία του 1930 και μετά έχει αρχίσει διεθνώς μια σχετική χαλάρωση των στεγανών των κοινωνικών τάξεων. Από τους πρώτους που το ανέφεραν ήταν ο George Orwell που παρατηρούσε ότι λόγω της ανόδου της μαζικής κουλτούρας, οι ταξικές διαφορές είχαν αρχίσει να γίνονται λιγότερο εμφανείς, γιατί όλο και περισσότερος κόσμος ντυνόταν, μιλούσε και διασκέδαζε με παρεμφερή τρόπο.
Στην Ελλάδα έγινε σταδιακά κάτι παρόμοιο, για αυτό μπορούμε σήμερα να μιλάμε για μια σχετική ομογενοποίηση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε μια λίγο πολύ παρόμοια εκπαίδευση, βλέπουν την ίδια τηλεόραση, διαβάζουν τα ίδια βιβλία, ντύνονται με παρόμοια ρούχα. 
Δεν παύουν ωστόσο να διατηρούνται μεγάλες ανισότητες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές και αυτό είναι φανερό από τις μεγάλες διαφορές στο εισόδημα αλλά και στο κοινωνικό κύρος. Υπάρχει δηλαδή κοινωνική ανισότητα που διατηρείται διαχρονικά και παραδοσιακά. Στην Ελλάδα είναι ξεκάθαρο ότι όποιος κατέχει οικονομική και κοινωνική δύναμη είναι σε πολύ πιο πλεονεκτική θέση προκειμένου να πρωτοστατεί σε όλους τους τομείς: στον δημόσιο διάλογο, στην πολιτική, στην τέχνη. Συζητάμε εδώ για τους ανθρώπους που προώθησαν το lifestyle την δεκαετία του 90. Οι περισσότεροι από αυτούς προέρχονται από την ελίτ. Φυτώρια της ελληνικής ελίτ είναι σίγουρα κάποια ιδιωτικά σχολεία κυρίως της πρωτεύουσας, η φοίτηση στα οποία προϋποθέτει ότι οι οικογένειες των περισσότερων, αν όχι όλων των μαθητών ανήκουν ήδη στους ισχυρότερους οικονομικά και κοινωνικά. Επίσης παρά την οικονομική κρίση διατηρείται και ένα κομμάτι των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων με διάφορες ανισότητες και εντός αυτού, κυρίως στο εισόδημα. 
Δεν έχουμε όλοι ούτε κατά προσέγγιση τους ίδιους πόρους ή τις ίδιες δυνατότητες για κοινωνική καταξίωση. Αυτό δεν σημαίνει πως το ζητούμενο είναι η προώθηση της “αξιοκρατίας”, γιατί κι αυτή η λογική μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία μιας άλλης ελίτ, αυτής των “άξιων”. Το ζητούμενο είναι μάλλον η κατά το δυνατό άμβλυνση της πολιτικής και κοινωνικής ανισότητας και η συμμετοχή όλο και πλατύτερων στρωμάτων στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε όλες τις χώρες οι ελίτ λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο εξωτερικό.




ΦΜ: Γιατί δεν υπήρξε αποδόμηση των συγκεκριμένων προσώπων που προέβαλαν και προβάλλουν τα ΜΜΕ από την ελληνική διανόηση; Ποια είναι τελικά η ελληνική διανόηση;

ΣΖ: Θεωρητικά οι διανοούμενοι είναι άτομα που λόγω της προσωπικής τους πορείας, των επιτευγμάτων και της δουλειάς τους σε συγκεκριμένους τομείς καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του κοινού όταν μιλούν και πράττουν δημόσια. Υπήρξαν και υπάρχουν διάφορα τέτοια πρόσωπα στην Ελλάδα, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, πολιτικοί στοχαστές, επιστήμονες, καλλιτέχνες, και παρόλα αυτά συχνά αναρωτιόμαστε ποιοι είναι τελικά αυτοί οι διανοούμενοι, αν έχουν κάτι να πουν και γιατί δεν το λένε όταν πιστεύουμε ότι πρέπει. 

Αυτό δείχνει μάλλον ότι αμφισβητείται ο ρόλος και το κύρος πολλών από αυτούς, είτε γιατί δεν καταφέρνουν να εκφέρουν ουσιαστικό δημόσιο λόγο, ή γιατί με τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στον κύκλο τους.

Γιατί δεν έχουν ασχοληθεί οι διανοούμενοι ως τώρα με την ανάλυση της ποπ κουλτούρας στην Ελλάδα; Έχω την εντύπωση πως αυτό συμβαίνει είτε γιατί τα ενδιαφέροντά τους στρέφονται στους τομείς της εξειδίκευσής τους, είτε γιατί δεν υπάρχει παράδοση πολιτισμικής κριτικής στην Ελλάδα, είτε γιατί κάποιοι από αυτούς δεν θέλουν να το κάνουν για προσωπικούς ή ιδεολογικούς λόγους. 
Πολλοί δεν θέλουν να κάνουν αντικειμενική κριτική γιατί δεν θέλουν να κάνουν εχθρούς. Άλλοι ακολουθούν κάποιες ιδεολογικές κατευθύνσεις που τους ωθούν να εμμένουν σε θέματα που αφορούν τον πολιτικό τους μικρόκοσμο οπότε δεν νιώθουν την ανάγκη να επεκταθούν σε άλλα θέματα όπως στον σχολιασμό της κουλτούρας του lifestyle. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα ο ιστορικός Christopher Lasch έγραψε σπουδαία βιβλία αναλύοντας την κουλτούρα του ναρκισσισμού που ήταν διάχυτη στην Αμερικανική κοινωνία μετά τον Β' Π.Π. Ή η ακαδημαϊκός και φεμινίστρια Camille Paglia σε πολλά κείμενά της επιτίθεται συστηματικά στην κουλτούρα της πολιτικής ορθότητας που επικρατεί στην πανεπιστημιακή κοινότητα στις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες. 
Με αυτό δεν εννοώ πως η ελληνική κοινωνία είναι οπισθοδρομική σε αυτόν τον τομέα και πως θα πρέπει να “εξυγιανθεί” παίρνοντας παράδειγμα από τις “προηγμένες” χώρες της Δύσης. Απλώς εντοπίζω μια έλλειψη στην Ελλάδα και αναφέρομαι σε ξένους διανοούμενους που έχουν κάνει κριτική υψηλού επιπέδου όταν και όπου χρειαζόταν. Στον πρόλογο του άρθρου μου για την Κάραλη αναφέρω ότι κάθε κοινωνία έχει ανάγκη συστηματικής πολιτισμικής κριτικής, και για αυτόν τον λόγο έγραψα το άρθρο. 



Φωτεινή Μαστρογιάννη

ΦΜ: Πώς μπορεί ο μέσος άνθρωπος να αντιδράσει στα πρότυπα που διοχετεύουν τα ΜΜΕ;



ΣΖ: Νομίζω ότι σε πολλούς αν όχι στους περισσότερους καθημερινούς ανθρώπους υπάρχουν περισσότερες αντιστάσεις και δυνατότητα για κριτική σκέψη από όσο μπορεί να νομίζει κανείς. Αυτοί είναι οι “επικίνδυνοι μικροαστοί” που λοιδωρούσε η Κάραλη. Υπάρχει δηλαδή στους ανθρώπους η λεγόμενη “κοινή λογική”, το “common sense” του Orwell, η ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποια είναι τα ουσιαστικά πράγματα στη ζωή, και με ποιους τρόπους θα μπορούσαν να γίνουν οι κοινωνικές σχέσεις απλούστερες και δικαιότερες. 
Η άμεση συμμετοχή στο πολιτικό πεδίο θα μπορούσε να είναι ένας πολύ καλός τρόπος εξάσκησης των ανθρώπων στην υπευθυνότητα. Στην Βρετανία για παράδειγμα ακόμα και ο πιο φαινομενικά αδιάφορος άνθρωπος ενδιαφέρεται να συζητήσει για το Brexit, γιατί καταλαβαίνει ότι τον αφορά. Στην Ελλάδα έγινε κάτι παρόμοιο το 2011 με τις συγκεντρώσεις στις πλατείες. 
Όταν ξέρουμε πως οι επιλογές και η δημόσια παρουσία μας θα καθορίσουν την έκβαση πραγμάτων που αφορούν άμεσα τις ζωές μας, τότε θα δούμε πως η άποψή μας δεν είναι απλώς ψηφοφορία σε τηλεπαιχνίδι ή ανώδυνη ψήφος διαμαρτυρίας στις εκλογές, αλλά εμπεριέχει σημαντικό βαθμό ανάληψης ευθύνης για τα πεπραγμένα μας. Θα μπορούσε έτσι να ξεκινήσει μια διαδικασία αλλαγής προτύπων που μπορεί να φαίνεται αδύνατη αυτή τη στιγμή, αλλά λειτουργεί πολύ γρηγορότερα από όσο νομίζουμε σε περιόδους έντονων κοινωνικών αλλαγών.

ΦΜ: Σας ευχαριστώ πολύ.






























































Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Προπαγάνδα, Γκέμπελς Και Η Εποχή Μας


Φωτεινή Μαστρογιάννη

«Πολλοί δρόμοι οδηγούν στη βία ή στο μίσος: η αποθάρρυνση και η απώλεια ελπίδας, η αδράνεια και η απάθεια, η ανάπτυξη μιας πικρίας και μιας μνησικακίας που οδηγούν σε εκρήξεις βίας, όχι πάντα τις ίδιες ποιοτικά και στους τρόπους έκφρασης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μία διάχυτη δυσφορία που μπορεί να μετατραπεί σε ακραία βία».


Η προπαγάνδα έχει ως στόχο τη χειραγώγηση και είναι ένας από τους πολλούς δρόμους που έχουν οδηγήσει στη βία, στο μίσος και σε ακρότητες. Πατέρας της προπαγάνδας, κατά κάποιους,  θεωρείται ο Γκέμπελς.

Αποτέλεσμα εικόνας για goebbels photos

O Πάουλ Γιόζεφ Γκέμπελς ήταν Υπουργός Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας την περίοδο 1933-1945. Ο καθηγητής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Γιέηλ, Λέοναρντ Ντοομπ (Leonard Doob) το 1950, με βάση τα δημοσιευμένα αλλά και μη δημοσιευμένα αποσπάσματα του ημερολογίου του Γκέμπελς, συνόψισε τις βασικές αρχές του  Γκέμπελς για την προπαγάνδα. Οι αρχές αυτές μελετήθηκαν πολύ από τους ερευνητές επικοινωνίας αλλά και μέχρι σήμερα θεωρούνται εφαρμόσιμες ειδικότερα στον ψηφιακό κόσμο αλλά και στην πολιτική.

Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, η προπαγάνδα θα πρέπει να εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο εχθρό ενώ το μήνυμά της θα πρέπει να είναι απλό και να απευθύνεται στις μάζες και όχι στους διανοούμενους.  Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται διακριτές εκφράσεις για τον εχθρό, οι οποίες θα περιέχουν λέξεις και σλόγκαν  που θα  προκαλούν τις επιθυμητές αντιδράσεις (επιθυμητές για τον προπαγανδιστή) από το πλήθος. Στη συνέχεια, αυτές οι λέξεις θα συνδεθούν με ένα γεγονός και πρέπει να είναι εύκολες για να μπορεί το πλήθος να τις απομνημονεύσει και να τις επαναλάβει με ευκολία. Ο προπαγανδιστής θα πρέπει επίσης να τις επαναλαμβάνει ξανά και ξανά αλλά μόνο στις κατάλληλες περιστάσεις.
Αποτέλεσμα εικόνας για photos propaganda
Το μήνυμα και οι εκφράσεις πρέπει να μεταδίδονται μέσω του κατάλληλου επικοινωνιακού μέσου και εξυπακούεται ότι πρέπει να προκαλούν την προσοχή του κοινού και να αποτελείται από γενικεύσεις στις οποίες οι περισσότεροι θα μπορούν να ταυτιστούν. Θα πρέπει επίσης να μεταδίδεται από άτομα με κύρος. Στις κατεχόμενες από τη ναζιστική Γερμανία χώρες ιδιαίτερη έμφαση δίνονταν στην απόκτηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης από τις κατοχικές δυνάμεις. 

Στα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ο Γκέμπελς είχε διαπιστώσει ότι οι Γερμανοί ήθελαν και ψυχαγωγία πέραν των προπαγανδιστικών μηνυμάτων (δεν είναι τυχαία στις μέρες μας, η χρήση όλων αυτών των ευτελών ψυχαγωγικών τηλεοπτικών εκπομπών). Στις εφημερίδες δεν ήταν αποτελεσματική η ευθεία χρήση προπαγάνδας μέσω κειμένων αλλά η προπαγάνδα πραγματοποιούνταν μέσω πλάγιων ειδήσεων.

Η μετάθεση είναι επίσης μία πολύ σημαντική αρχή της προπαγάνδας που χρησιμοποιείται στην πολιτική και δεν είναι άλλη παρά την κατηγορία του αντιπάλου για τα λάθη και τις ανεπάρκειές του. Προφανώς, δεν πρόκειται περί μίας ηθικής αρχής.

Αποτέλεσμα εικόνας για photos propagandaΗ άλλη αρχή είναι αυτή της υπερβολής και της πρόκλησης φόβου αλλά σε ένα «αποδεκτό» επίπεδο.  Κατά τον Γκέμπελς, ο χειρισμός του φόβου θέλει προσοχή. Ο μεγάλος φόβος προκαλεί πανικό και απώλεια ηθικού ενώ ο λίγος φόβος προκαλεί αυταρέσκεια και απάθεια. Ως εκ τούτου, η προπαγάνδα πρέπει να δημιουργεί και να δυναμώνει τον φόβο όσον αφορά τις συνέπειες της ήττας. Από την άλλη, πρέπει να μειώνει τον φόβο (εκτός αυτού που αφορά τις συνέπειες της ήττας), όταν δεν μπορούν να τον μειώσουν οι άνθρωποι από μόνοι τους.

Η αρχή της ανανέωσης, είναι κάτι που βιώνουμε συχνά και αφορά τον βομβαρδισμό με μηνύματα και πληροφόρηση τα οποία εμποδίζουν το άτομο να σκέπτεται. Όταν ο αντίπαλος/ εχθρός απαντήσει στα μηνύματα αυτά, τότε το κοινό δεν θα ενδιαφέρεται πλέον γιατί η προσοχή του θα έχει οδηγηθεί να στραφεί σε κάτι άλλο.

Μία άλλη αρχή είναι αυτή της αρέσκειας, που αφορά τη συνένωση αποσπασματικών πληροφοριών για τη δημιουργία μίας νέας ερμηνείας. Εάν δε αυτή η ένωση αποσπασματικών πληροφοριών μεταδίδεται από πολλές πηγές, τότε αποκτά από μόνη της υπόσταση και «ειδικό βάρος». Η αρχή αυτή θυμίζει αρκετά κάποιους μεταμοντέρνους ιστορικούς γιατί υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν γεγονότα παρά μόνο ερμηνείες αυτών ή ακόμα και τις ψευδείς ειδήσεις που διοχετεύονται από τα μέσα (fake news). 

Ο προπαγανδιστής είναι αυτός που λέει την αλήθεια (αρκεί αυτή να μην θίγει την αξιοπιστία του)  γι’αυτό και πρέπει να ελέγχει διεξοδικά αυτά που ισχυρίζεται ακόμα και εάν είναι ψέματα αρκεί να μην μπορούν να αποδειχθούν ως τέτοια ενώ ο εχθρός (κατά τον προπαγανδιστή) λέει πάντα ψέματα.  Εάν ο σκοπός της προπαγάνδας του εχθρού είναι η εκμαίευση μίας απάντησης, τότε η σιωπή είναι η καλύτερη λύση, ειδικά εάν δεν υπάρχουν ισχυρά αντεπιχειρήματα, ενώ εάν η προπαγάνδα του εχθρού περιέχει ψέματα τότε η αντίδραση θα είναι η άμεση απάντηση. Η σιωπή πρέπει να χρησιμοποιείται και όταν υπάρχουν αρνητικές ειδήσεις.

Η λογοκρισία αποτελεί, κατά τον Γκέμπελς, ουσιαστικό όπλο της προπαγάνδας, γιατί περιορίζει το υλικό που δρα εναντίον της. Η λογοκρισία δεν πρέπει όμως να ασκείται εμφανώς γιατί έτσι διακυβεύεται η αξιοπιστία του καθεστώτος. Το υλικό αυτό, εάν είναι δυνατόν, θα χρησιμοποιηθεί ως υλικό αντι-προπαγάνδας εναντίον του εχθρού.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οι αρχές της προπαγάνδας εφαρμόζονται και σήμερα τόσο στο μάρκετινγκ όσο και στην πολιτική επικοινωνία. Ωστόσο, ειδικότερα στους πολύ δύσκολους καιρούς που ζούμε, θα πρέπει να θυμόμαστε και να μην ξεχνάμε τα λόγια του Βολταίρου «αυτοί που μπορούν να σε κάνουν να πιστέψεις απιθανότητες, είναι ικανοί να σε πείσουν να διαπράξεις φρικαλεότητες».

  
Προτεινόμενα αναγνώσματα

Claudine Haroche και Eugene Enriquez. Το σκοτεινό πρόσωπο των σύγχρονων δημοκρατιών. Εκδ. Νησίδες.
Leonard, W. Doob. Goebbel’s Principles of Propaganda Author(s). Διαθέσιμο στο:




Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Ο Μεγάλος Αδερφός και το Διαίρει και Βασίλευε

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Η συμπεριφορά του κοπαδιού και η αναζήτηση σωτήρων χωρίς όμως την αντίστοιχη επίδειξη συνεργασίας και συλλογικότητας από την πλευρά του λαού είναι ένα από τα φαινόμενα που παρατηρούμε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης  αλλά ως φαινόμενο είναι πολύ παλιό και έχει αναλυθεί εκτενώς από πολιτικούς κοινωνιολόγους, γι’αυτό και δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση.

Ο Ρόμπερτ Μίκελς (Robert Michels)  αναφέρει ότι η πλειοψηφία θέλει να βρει κάποιον/α  να της λύσει τα προβλήματα  και να την καθοδηγεί. Η ανάγκη αυτή μπορεί να την οδηγήσει σε λατρεία και ηρωοποίηση του όποιου ηγέτη. Ο Μίκελς θεωρεί ότι αυτή η ανευθυνότητα της μάζας (και κατ’επέκταση, θα πρόσθετα, η έλλειψη συλλογικότητας που επιδεικνύει) αυξάνεται και οφείλεται στην εκτεταμένη κατάτμηση της εργασίας αλλά και ειδικότερα όσον αφορά τα πολιτικά κόμματα στις διαφορές κουλτούρας και παιδείας των μελών τους.  

Στην έλλειψη συλλογικότητας και συνεργασίας των μαζών αναφέρεται και ο Γιούβαλ Νόα Χαράρι (Yuval Noah Harari) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι οι Έλληνες κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους όχι γιατί δεν είχαν μυαλό αλλά γιατί οι Ρωμαίοι συνεργάσθηκαν με πιο αποτελεσματικό τρόπο (φαίνεται ότι η έλλειψη συνεργασίας των Ελλήνων είναι προαιώνιο κακό που δύσκολα θα αλλάξει).


Ενώ λοιπόν η μάζα δεν συνεργάζεται, αντίθετα οι ελίτ συνεργάζονται, είναι ενωμένες και μάλιστα επιδιώκουν να μην συνεργάζεται η μάζα (η γνωστή τακτική του διαίρει και βασίλευε). Εντυπωσιακό είναι, σύμφωνα με τον Χαράρι, ότι το καθεστώς Τσαουσέσκου δεν εξαφανίστηκε τελείως από τη Ρουμανία γιατί οι σημερινοί της ταγοί είναι πρώην μέλη του πρώην κομουνιστικού κόμματος της χώρας. Αυτό υποδηλώνει την αποτυχία των μαζών γιατί η αδυναμία τους να συνεργασθούν τους οδήγησε στην αποδοχή των «υπολειμμάτων» του κόμματος αντί μίας ριζικής ανατροπής της κατάστασης και στη δημιουργία μίας νέας. Παρά λοιπόν την οικονομική άνοδο της συγκεκριμένης χώρας το πολιτικό σύστημα έχει νοσηρές ρίζες και κατά συνέπεια μπορεί να επανακυλήσει σε διολίσθηση προς τα κάτω όπως ακριβώς έχει συμβεί και στην Ελλάδα επανειλημμένως.

Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Μίκελς, δημιουργούν την «επιθυμία» για αυταρχική ηγεσία, επιθυμία η οποία υπάρχει σε όλους τους λαούς αλλά θεωρεί ότι οι Γερμανοί επιζητούν στον ύψιστο βαθμό μία ισχυρή ηγεσία λόγω της φυσικής τους προδιάθεσης για υποταγή και πειθαρχία. Πέραν αυτού, εμπιστεύονται την εξουσία λόγω της πλήρους απουσίας κριτικής ικανότητας (στις ημέρες μας λόγω της συνεχούς πτώσης του πολιτισμικού επιπέδου, επιθυμητή πτώση από τις κυβερνώσες ελίτ για λόγους καθαρά διαχείρισης των μαζών, η κριτική ικανότητα λείπει από πολλούς).

Αντίστοιχα ο Γιούβαλ Νόα Χαράρι αναφέρει τους λόγους που ο Τσαουσέσκου, αυτός ο αυταρχικός ηγέτης της Ρουμανίας, παρέμεινε στην εξουσία.  Οι λόγοι αυτοί ήταν τρεις: ο πλήρης έλεγχος των ΜΜΕ, των συνδικάτων ακόμη και των αθλητικών σωματείων (τον ύψιστο ρόλο του ελέγχου της επικοινωνίας και της πληροφορίας από την πλευρά του ηγέτη για λόγους χειραγώγησης τονίζει και ο Ντουένες). Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι εμπόδισε τη δημιουργία αντιπάλων, πολιτικών κοινωνικών κτλ. οποιονδήποτε λοιπόν που θα μπορούσε να συνεργασθεί εναντίον του με στόχο τη ρήξη του. Ο τρίτος λόγος ήταν ότι βασίζονταν στην υποστήριξη των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων βλ. της Σοβιετικής Ένωσης και των υπολοίπων της Ανατολικής Ευρώπης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η παρατήρησή του Μίκελς σχετικά με την αδιαφορία που επιδεικνύουν οι μάζες για την πολιτική ζωή.

Η αδιαφορία αυτή, ισχυρίζεται, αποτελεί εμπόδιο για την αύξηση της επιρροής των πολιτικών κομμάτων και θεωρεί ότι το πλήθος μπορεί να εγκαταλείψει τους ηγέτες όταν αυτοί ετοιμάζονται για πιο δραστικές ενέργειες. Τονίζει ότι για να επιτύχει μία κινητοποίηση είναι απαραίτητο το επιτελείο του ηγέτη να γνωρίζει πλήρως το ποιες θα είναι οι συνέπειες της αποτυχίας. Η μάζα όταν την εγκαταλείπει ο ηγέτης της (ή όταν αυτός /ή απομακρύνεται κάποιες φορές με βία) τρέπεται σε άτακτη φυγή γιατί δεν μπορεί να οργανωθεί από μόνη της και αυτός είναι και ο λόγος της αποτυχίας απεργιών και κινητοποιήσεων.

Ο ηγέτης προκύπτει από τις ίδιες τις περιστάσεις και η δουλειά του είναι ιδιαίτερα κοπιαστική, επίπονη και απαιτεί δεξιότητες όπως η συνεχής ενημέρωση αλλά και δεξιότητες ρήτορα προκειμένου να μεταφέρει τις ιδέες του και το πρόγραμμά του με σαφή τρόπο στον λαό (βέβαια στη χώρα μας έχουμε ζήσει το φαινόμενο πολιτικών ταγών που δεν έχουν βασικές γνώσεις και οι ρητορικές δεξιότητες είναι ανύπαρκτες σε αντίθεση με αυτό που τα ΜΜΕ προσπάθησαν να προβάλλουν δηλαδή ότι είναι ικανοί ηγέτες ή όταν δεν μπορούσαν να προβάλλουν τον επίλεκτο ως ηγέτη τον προέβαλλαν ως ικανό διαχειριστή σύμφωνα με τη σύγχρονη τάση που θέλει τα κράτη να διοικούνται ως εταιρείες).

Ο Γιούβαλ Νόα Χαράρι αναφέρει ότι οι μεγάλες κινητοποιήσεις/επαναστάσεις γίνονται από μία μικρή ομάδα ανθρώπων και αυτές οι ομάδες θα πρέπει να θέσουν το ερώτημα όχι το πόσοι τους ακολουθούν αλλά εάν αυτοί που τους ακολουθούν είναι διατεθειμένοι να εργαστούν συλλογικά.

Το θέμα της συλλογικότητας επανέρχεται όπως και το θέμα του ελέγχου της επικοινωνίας και της πληροφορίας για τη χειραγώγηση της μάζας που πολλές φορές γίνεται υπό το προσωπείο του υποτιθέμενου «ανθρωπισμού» που μόνο ανθρωπισμός δεν είναι αλλά προάγει τον πιο ακραίο αντιδραστικό και απολυταρχικό λόγο (πάντα ο αυταρχισμός και το «φίμωμα» των ελεύθερων φωνών είχε ως στόχο την υποδούλωση και τον έλεγχο).  

Ενδεικτικό του περιορισμού του ελεύθερου λόγου είναι η έρευνα του κοινωνιολόγου Φρανκ Φρουέντι (Frank Fruedi) για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια όπου ο ελεύθερος λόγος έχει περιορισθεί και υπάρχει μία στροφή στον αυταρχισμό μέσω αφενός του ελέγχου των ελεύθερων φωνών αφετέρου με την αντιμετώπιση των φοιτητών ως παιδιών και όχι ως ενηλίκων.  

Ως παιδιά βλέπουμε να αντιμετωπίζονται όμως και ολόκληροι λαοί με γονείς τους πολιτικούς οι οποίοι παίρνουν μεν αυστηρά οικονομικά μέτρα αλλά αυτό είναι για το «καλό» τους ενώ το καλό είναι αδιευκρίνιστο. Τουναντίον προβάλλεται το «κακό» του τύπου «εάν δεν κάνετε αυτά που σας λέμε, θα καταστραφείτε κτλ».

Υπάρχει λύση; Για να υπάρξει θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μόνο μέσω της συλλογικότητας μπορεί να επιτευχθεί αλλαγή και όχι μέσω του διαίρει και βασίλευε που τόσο πρόσφορο έδαφος έχει βρει στην ελληνική κοινωνία (βλ. κοινωνικός αυτοματισμός, όλοι εναντίον όλων πλην της ελίτ). 

Τί γίνεται με τον έλεγχο της επικοινωνίας και της πληροφορίας; Ως γνωστόν η πληροφορία είναι δύναμη. Ήδη τα παραδοσιακά ΜΜΕ κατευθύνουν και παρουσιάζουν την πληροφορία κατά το δοκούν. Η σημαντική στροφή στην πληροφόρηση μέσω Διαδικτύου, κυρίως των νεώτερων ηλικιών, είναι μία πράξη απαγκίστρωσης, εν τούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η παραπληροφόρηση δεν συνεχίζεται και στο Διαδίκτυο. Τα κοινωνικά μέσα όπως είναι το Facebook και όχι μόνο (βλ. και την περίπτωση του Reddit) χρησιμοποιούν αλγόριθμους σύμφωνα με τους οποίους προβάλλονται συγκεκριμένες ειδήσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο είναι επί πληρωμή, αποκλείει λογαριασμούς μη αρεστών σε αυτό ατόμων ή προβάλλει στη ροή ειδήσεων συγκεκριμένες πολιτικές κτλ. εκστρατείες.


Μπορεί να κάνει κάτι ένας απλός άνθρωπος σε αυτή την περίπτωση; Ήδη γίνονται προσπάθειες ανακάλυψης αλγόριθμων που θα βοηθούν το κοινό να εντοπίζει τις ψευδείς ειδήσεις στον χώρο του Διαδικτύου (για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο η μόνη λύση είναι να τα κλείσουμε εντελώς και να μην αναπαράγουμε σε καμία περίπτωση τις ειδήσεις που μεταφέρουν που είναι κυρίως ειδήσεις διασποράς τρόμου με άμεσο στόχο την χειραγώγηση ούτε να θεοποιούμε πολιτικά και μη άτομα που προβάλλονται μέσω αυτών των καναλιών πληροφόρησης).

Μέχρι όμως να βρεθούν οι αλγόριθμοι, λόγω όμως της γρήγορης εξέλιξης της τεχνολογίας θεωρώ ότι θα βρεθούν αρκετά σύντομα, ο μέσος άνθρωπος θα πρέπει να μάθει να διασταυρώνει την είδηση είτε είναι σε ηλεκτρονική μορφή είτε ακόμα και σε αυτό που του λέει κάποιος σε μία απλή συζήτηση.  

Η διαρκής νοητική εγρήγορση επιβάλλεται αυτό όμως προϋποθέτει και αύξηση της νοητικής ικανότητας που μπορεί να γίνει μέσω της ανάγνωσης ποιοτικών ιστολογίων και κυρίως βιβλίων. 


Η ελευθερία όμως προϋποθέτει προσπάθεια εκτός εάν ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σαν τους φοιτητές που ερεύνησε ο Φρουέντι όπου σύμφωνα με αυτούς «η ελευθερία δεν είναι και κάτι τόσο σημαντικό».

  
Προτεινόμενα Αναγνώσματα

Cathy O’ Neil. Big-data algorithms are manipulating us all. Διαθέσιμο στο:< https://www.wired.com/2016/10/big-data-algorithms-manipulating-us/>

Frank Fruedi. College Students “Think Freedom is Not a Big Deal”. Διαθέσιμο στο:

Φωτεινή Μαστρογιάννη. Η συμπεριφορά του κοπαδιού και η αντίσταση στην αλλαγή. Διαθέσιμο στο:< https://mastroyanni.blogspot.gr/2017/03/blog-post_15.html>

Φωτεινή Μαστρογιάννη. Το σύνδρομο του Μεσσία. Διαθέσιμο στο:< http://mastroyanni.blogspot.gr/2016/10/blog-post_20.html>

J. Nathan Matias Persuading Algorithms with an AI Nudge
Fact-Checking Can Reduce the Spread of Unreliable News. It Can Also Do the Opposite. Διαθέσιμο στο: https://medium.com/mit-media-lab/persuading-algorithms-with-an-ai-nudge-25c92293df1d

Kelsey Campbell- Dollaghan. Reddit is on a mission to dispute fake news. Διαθέσιμο στο: < https://www.fastcodesign.com/3068556/reminder-you-can-manipulate-algorithms-too>

Michael Dueñes, University of Minnesota 2014 Western Political Science Conference
The Evolution of Cooperation and Co-Optation: How the Masses Lose Power and Influence in Highly Democratic, Activist Organizations and Social Movements. Διαθέσιμο στο:< https://wpsa.research.pdx.edu/papers/docs/duenes.pdf>

Robert Michels. Political Parties. Διαθέσιμο στο:

Yuval Noah Harari. Homo Deus. A brief history of tomorrow: