Οικονομικό Σπουδαστήρι

Οικονομικό Σπουδαστήρι
Γι'Αυτούς που Θέλουν Εξειδίκευση

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Ραγιαδισμός και νεοαποικιοκρατία

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Οικονομολόγος, συγγραφέας, καθηγήτρια ΜΒΑ

Η παθητική στάση του ελληνικού λαού προκαλεί την απορία πολλών. Ωστόσο η παθητικότητα αυτή αποτελεί συνισταμένη πολλών παραγόντων. Κάποιοι από αυτούς όπως είναι η χειραγώγηση, η οικονομική εξάρτηση και ο ρόλος κέντρου-περιφέρειας στην ΕΕ έχουν παρουσιασθεί σε προηγούμενα άρθρα μου.

Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσω το φαινόμενο της νεοαποικιοκρατίας. Το νέο ελληνικό κράτος αποτελεί δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι σχέσεις όμως υποτέλειας υπήρξαν ήδη από την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως δημιούργημα λοιπόν τρίτων (κατ’άλλους προτεκτοράτο) έχει δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης - οικονομικές και πολιτισμικές.



Η νεοαποικιοκρατία είναι η εκμετάλλευση των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών από τις αναπτυγμένες με έμμεσους τρόπους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η νεοαποικιοκρατία αποτελεί μία εξέλιξη του καπιταλισμού όπου οι καπιταλιστικές δυνάμεις (έθνη και επιχειρήσεις) επιβάλλονται στα πιο αδύναμα έθνη μέσω των ενεργειών του διεθνούς καπιταλισμού αντί με μεθόδους άμεσης επιβολής.

Η πολιτισμική αποικιοκρατία αποτελεί τμήμα της νεοαποικιοκρατικής θεωρίας μαζί με την παγκοσμιοποίηση. Στην πολιτισμική αποικιοκρατία το κυρίαρχο έθνος ελέγχει τις αξίες του κυριαρχούμενου μέσω των ΜΜΕ, της εκπαίδευσης, της θρησκείας και της γλώσσας με σκοπό πάντα την οικονομική υποδούλωση. Στη χώρα μας αυτό μπορεί να το παρατηρήσει κάποιος με τη μόδα των γκρήκλις, των ξένων πινακίδων στα καταστήματα κοκ. (γλώσσα), με την υποβάθμιση των ιστορικών στοιχείων του έθνους (εκπαίδευση), τα ΜΜΕ (με τις αμερικάνικες σειρές και πρόσφατα με τις τούρκικες) και της θρησκείας (υποβάθμιση κυρίαρχου δόγματος στα ΜΜΕ βλ. αντικληρικαλισμός, στην εκπαίδευση -αφαίρεση χριστιανικών συμβόλων, κατάργηση προσευχής κοκ).

Επιβάλλεται έτσι μία αποικιοκρατική νοοτροπία όπου ο κυριαρχούμενος αναπτύσσει συναισθήματα κατωτερότητας και ο κυρίαρχος θεωρείται ανώτερος  γιατί  ανήκει (ο κυρίαρχος) σε μία ανώτερη φυλή (θα μας σώσουν οι ξένοι που είναι «καλύτεροι» από εμάς).

Η πολιτισμική αποικιοκρατία αποκαλείται και «μαλακή ισχύς» (soft power) και γίνεται με τρόπο που  είναι ελκυστικός στον κυριαρχούμενο. Για παράδειγμα οι τούρκικες τηλεοπτικές σειρές έχουν στοιχεία που να μπορεί να ταυτισθεί ο μέσος Έλληνας με τον τούρκο ηθοποιό βλ. ντύσιμο, οικογενειακά θέματα, κατοικία κτλ.  Οι σειρές αυτές χρησιμοποιούνται ως εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η μη μεταγλώττισή τους έχει ως σκοπό το άκουσμα της τουρκικής γλώσσας να καταστεί οικείο στον Έλληνα οπότε σε μία πιθανή ενδεχόμενη στρατιωτική επίθεση της Τουρκίας να μην μπορεί να αντιδράσει γιατί δεν αντιδρούμε σε κάτι που έχουμε αποδεχθεί ως οικείο ή ακόμα και φιλικό. Το ίδιο έχει συμβεί και με τις αμερικανικές σειρές με αποτέλεσμα την υιοθέτηση του αμερικανικού τρόπου ζωής και σκέπτεσθαι (τα γκρήκλις ακόμα και η αλλοίωση των σημείων στίξης της ελληνικής γλώσσας αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση).

Η αποικιοκρατική νοοτροπία στον καταπιεζόμενο αναπτύσσει συναισθήματα κατωτερότητας (David & Okazaki, 2006a) δημιουργώντας τα αντίστοιχα ψυχολογικά τραύματα (χαμηλή αυτοεκτίμηση, υψηλά επίπεδα αυτοκτονίας – περίπου 30-50.000 αυτοκτονίες στην Ελλάδα της κρίσης). Πόσοι δεν έχουν ακούσει Έλληνες να «αυτομαστιγώνονται» λέγοντας ότι είναι τεμπέληδες, διεφθαρμένοι κτλ. ;

Η νεοαποικιοκρατία και η αποικιοκρατική νοοτροπία εκδηλώνεται με πέντε βασικούς τρόπους που είναι (Decena, 2014): εσωτερικευμένη πολιτισμική και εθνική κατωτερότητα (οι Ευρωπαίοι είναι «καλύτεροι» από τους Έλληνες που είναι «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι»), πολιτισμική ντροπή (μετά την αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε τίποτα, οι νεοέλληνες δεν έχουν ιστορική συνέχεια κτλ.) διακρίσεις εντός του ίδιου του λαού (η μία κοινωνική τάξη στρέφεται εναντίον της άλλης μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού που προωθείται από τα ΜΜΕ), τα φυσικά χαρακτηριστικά (η άρια φυλή είναι ανώτερη γιατί είναι ψηλή και ξανθιά) και το αποικιοκρατικό χρέος βάσει του οποίου οι Έλληνες θα πρέπει να είναι ευγνώμονες στους Ευρωπαίους που ήρθαν για να τους «σώσουν».

Η λύση στο πρόβλημα είναι η «αντιαποικιοκρατία» του πνεύματος. Ο Έλληνας θα πρέπει να πάψει να αισθάνεται ντροπή και να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του. Μέσω της συλλογικότητας να αρχίσει να αποκτά κριτική σκέψη και έτσι να διασώσει όχι μόνο την εθνική του ταυτότητα αλλά και την πνευματική του υγεία. Διαφορετικά η επιβίωση θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη εάν όχι αδύνατη.

  
Ενδεικτική βιβλιογραφία

David, E.J.R. & Okazaki, S. (2006a). Colonial mentality: A review and recommendation for filipino American psychology. Cultural Diversity and Ethnic Minority Psychology. 2006: 12 (1):1-16.







http://www.triklopodia.gr/%CF%83%CE%BF%CE%BA-%CE%B1%CF%80%CE%BF-30-000-%CE%B5%CF%89%CF%83-50-000-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB/

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Ιωάννα Μουτσοπούλου – Πέρασαν οι εποχές που έρχονταν οι Μεσσίες

Προσκεκλημένη της Φωτεινής Μαστρογιάννη στην εκπομπή Take the money & run ήταν η νομικός και συγγραφέας κα Ιωάννα Μουτσοπούλου.

Σύμφωνα με την κα Μουτσοπούλου διανύουμε μία εποχή οριστική. Ο δυτικός πολιτισμός απέρχεται και καταρρέει με άσχημο τρόπο. Δυστυχώς όμως, παρόλα αυτά, δεν έχουμε κατανοήσει το βάθος των αρχών βάσει των οποίων κτίστηκε αυτός ο πολιτισμός που άρχισε από τον Σόλωνα.


Για παράδειγμα, ο Σόλωνας με τους νόμους του, κατάργησε τη δουλειά για λόγους χρεών ενώ σήμερα πάλι για λόγους χρεών καταλήξαμε πάλι να υποδουλώνονται πληθυσμοί. Ξαναγυρίσαμε στα ίδια γιατί δεν κατανοήσαμε με ακρίβεια τις αρχές στις οποίες στηρίχτηκαν όλα τα βήματα που πραγματοποιήθηκαν.Έγιναν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι που τους έκανε η Δύση και τελικά ποιο είναι το μάθημα που πήρε ο κόσμος; Το μάθημα ήταν η πτώση στον ηδονισμό. Συνεπώς έχουμε κρίση αξιών. Οι άνθρωποι που θέλουν να σκέφτονται πρέπει να πραγματευθούν αυτές τις αρχές λίγο καλύτερα.

Οι αξίες στις οποίες πολλοί άνθρωποι θέλουν να επιστρέψουν δεν είναι αληθινές γιατί δεν τις είχαν κατανοήσει σε βάθος. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να κάνουν πολλά είτε γιατί δεν το θέλουν είτε  γιατί παρασύρονται από τη λαγνεία της εξουσίας είτε γιατί είναι από πίσω τους συμφέροντα. Οι ελίτ που έχουν τη διακυβέρνηση του κόσμου δεν έχουν συμφέρον να κάνουν κάτι για τους πολλούς γιατί αυτές περνάνε καλά. Ο πολύς κόσμος όμως πρέπει να κάνει τις απαραίτητες διεργασίες, διεργασίες που ξεκινάνε από μέσα και μετά βγαίνουν έξω. Εάν κάνουν τις εξωτερικές διεργασίες και λείπουν οι εσωτερικές τότε θα καταλήξουν πάλι στο μηδέν.

Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το περιεχόμενο των αξιών της ζωής. Παράδειγμα: θέλουμε αληθινά την ισότητα; Όλη η ζωή είναι στηριγμένη σε μία τάση για ανισότητα αρκεί αυτή η ανισότητα να ωφελεί εμάς τους ίδιους. Θέλουμε δημοκρατία. Τι είναι η δημοκρατία; Να έχουμε απλά ένα κοινοβούλιο;  Δημοκρατία δεν είναι να είμαι ελεύθερος να κάνω ότι μου αρέσει, αυτό είναι ασυδοσία και ανευθυνότητα. Επομένως πρέπει να αναλύσουμε τις αξίες που υποτίθεται ότι θέλουμε.

Η δημοκρατία δεν είναι η υπέρτερη αξία, υπάρχουν πιο αφηρημένες έννοιες όπως είναι η δικαιοσύνη. Γίνεται δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη; Γίνεται δημοκρατία χωρίς ελευθερία; Γίνεται δημοκρατία χωρίς ευθύνη; Ο πιο πολύς κόσμος ονειρεύεται να είναι ανεύθυνος δηλαδή να έχει τόσα χρήματα που να μην έχει κανέναν ανάγκη. Να μην ενδιαφέρεται για τα κοινά αφού έκανε το «καθήκον» του και ψήφισε μία φορά στα τέσσερα χρόνια. Αυτό δεν είναι δημοκρατία.

Οι άνθρωποι δεν θέλουν να λύσουν αυτά τα θέματα και η αποτυχία είναι εμφανής. Η οικονομία είναι φούσκα και είναι το αποτέλεσμα μιας τρέλας. Ο άνθρωπος πιστεύει ότι δεν είναι ευθύνη του ο κόσμος αλλά μόνο η ζωή του, ούτε καν η οικογένειά του.

Οι διεργασίες της συνείδησης των ανθρώπων είναι η πηγή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Εάν δεν υπήρχε αυτό το γίγνεσθαι τα γεγονότα που συμβαίνουν στην κοινωνία θα ήταν διαφορετικά. Η κοινωνία αντικατοπτρίζει αυτό που εμείς οι ίδιοι θέλουμε.

Γιατί θέλουμε το εύκολο κέρδος; Το εύκολο κέρδος σημαίνει να μην δουλεύω και να βγάζω λεφτά χωρίς να αναρωτιέμαι ούτε το πώς βγαίνουν, ούτε από ποιον βγαίνουν ούτε από ποιον θα λείψουν.
Ψηφίζουμε έναν πολιτικό γιατί μας αρέσει το στυλ του αλλά τότε γιατί παραπονιόμαστε; Οι πολιτικοί ακόμα και όταν αναφέρονται σε αξίες είναι λόγια κενά περιεχομένου.

Στις ημέρες μας επικρατεί ένας ακραίος υλισμός. Ο Λουδοβίκος XV έλεγε «μετά από μένα το χάος» . Αυτό είναι και η φιλοσοφία των περισσοτέρων. Είναι σαν να μην έχει προοπτική η ζωή.
Υπάρχει μία αίσθηση ματαιότητας στον άνθρωπο γιατί από τη στιγμή που η ζωή του έχει ένα τέλος, ο άνθρωπος σκέφτεται με βάση του «ότι φάμε και ότι πιούμε». Αυτό είναι ο υλισμός που όμως πρέπει να φύγει γιατί ακόμα και εάν φάμε και εάν πιούμε η ζωή ούτως ή άλλως τελειώνει, οπότε κι αυτό δεν έχει νόημα.

Όλα είναι εκ των υστέρων και δεν υπάρχει βάθος. Δεν έχουμε διακυβέρνηση αλλά πολιτική διαχείριση. Η διακυβέρνηση απαιτεί να υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι που να θέλουν να κυβερνήσουν τους πολλούς.

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ έλεγε «καλό για όσο το δυνατόν περισσότερο αριθμό ανθρώπων». Η διαφορά ανάμεσα στη διακυβέρνηση και στην εξουσία είναι φοβερά μικρή.

Ο νόμος είναι ένα κυβερνητικό στοιχείο που θέλει να βάλει σε μία τάξη την κοινωνία. Ο νόμος δεν τιμωρεί μόνο αλλά έχει και εκπαιδευτικό σκοπό. Όταν έχουμε ένα δικτάτορα πάλι έχουμε νόμους. Στην περίπτωση αυτή έχουμε απόσταση της δικαιοσύνης από το τεθειμένο δίκαιο δηλαδή αυτό που λέει η εξουσία είναι και αυτό που πρέπει να γίνει. Ο νόμος που έχει απόσταση από τη δικαιοσύνη χάνει τον χαρακτήρα του νόμου και είναι απλά μία επιβολή.

Υπάρχει ένας συγκαλυμμένος και ένας ασυγκάλυπτος αυταρχισμός. Ο συγκαλυμμένος έρχεται μέσα από τα πρότυπα που προβάλλονται με καταιγιστικό τρόπο π.χ. από την τηλεόραση. Ο συγκαλυμμένος αυταρχισμός είναι ένα είδος προπαγάνδας. Αυτοί που έχουν την ισχύ ακούν γοητεία. Οι άνθρωποι επιθυμούν τη δύναμη, επιθυμούν τόσο να ασκούν τη δύναμη όσο και να τους ασκείται. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι άνθρωποι είναι παθητικοί στο μυαλό.

Ο Καντ είχε γράψει ότι είναι απαράδεκτο οι άνθρωποι να θέλουν να σκέφτεται κάποιος άλλος γι΄αυτούς. Οι άνθρωποι πρέπει να φύγουν από την παθητικότητα και να σκέφτονται μόνοι τους. Περιμένουν έναν Μεσσία αλλά πέρασαν οι εποχές που έρχονταν οι Μεσσίες.

Η εποχή μας είναι η εποχή που δρέπουμε τους καρπούς των επιλογών μας. Ο Σόλωνας για τις πολύ σοβαρές υποθέσεις είχε επιβάλλει να έχουν άποψη όλοι. Ο πολίτης να είναι ενεργός. Ο ενεργός πολίτης γνωρίζει πολλά, έχει καλή πρόθεση και ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Εάν υπήρχαν πολλοί ενεργοί πολίτες δεν θα είχαμε φτάσει στο σημείο που φτάσαμε.

Η επιστήμη, από την άλλη, δεν είναι διασυνδεδεμένη με την κοινωνία αλλά με την εξουσία. Η κοινωνικοποίηση είναι μία έννοια που περικλείει την ευθύνη που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους και στη φύση. Οι μεγάλοι επιστήμονες είχαν και φιλοσοφική θεώρηση, δυστυχώς δεν υπάρχουν πλέον. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι η τεχνολογία.

Η Δύση είναι φοβερά προσηλωμένη στο χειροπιαστό, στο άμεσο. Όταν θέλεις το χειροπιαστό, θα θέλεις και το χρήμα γιατί αυτό είναι χειροπιαστό, μετριέται. Συνεπώς το χρήμα ωθεί στο να μην έχει ο άνθρωπος ευθύνη, να μην έχει προοπτική.

Ο άνθρωπος, πλέον, δεν έχει όραμα ούτε για το μέλλον της ζωής του ούτε για τη ζωή μετά θάνατον. Όλοι έχουμε τάση για αθανασία, κάποιοι νομίζουν ότι θα κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου επιθετικά μέσω του κυνισμού, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι η λύση.

Λείπει το όραμα της ζωής. Το όραμα βρίσκεται μέσα μας. Η εξουσία είναι για να κόβει τα οράματα και οι διανοούμενοι δεν έχουν βοηθήσει στην εμβάθυνσή του. Έχουν ξεκόψει τελείως από την κοινωνία, τους αρέσει η επωνυμία, προσκολλώνται σε απόψεις που έχουν εκφράσει και δεν είναι έτοιμοι για το συνεχές γίγνεσθαι. Πολλές φορές μιλάνε με μη κατανοητό τρόπο. Τους αρέσει η ιδιαιτερότητα ενός κύκλου ανθρώπων που είναι από πάνω  που είναι η πνευματική εξουσία. Η διανόηση πλέον έχει αποτύχει. 

Η ενασχόληση με την επικαιρότητα είναι ένα είδος πολιτικής. Εάν ακουμπήσεις την ανάγκη του άλλου τότε αποκτάς ένα είδος δύναμης.

Στην εποχή μας υπάρχει ένα τεράστιο αδιέξοδο, ίσως δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε το μεγάλο βήμα γιατί υπάρχουν μεγάλες εμπλοκές στο γεωπολιτικό πεδίο. Όλοι θέλουν δύναμη.

Η Ευρώπη φθίνει, είναι γηρασμένη, χωρίς όραμα. Έχουμε καταλήξει να χρησιμοποιούμε τις μεγάλες ιδέες ως δεκανίκι για να αποκτήσουμε δύναμη. Τα έθνη δεν έχουν δικαιοσύνη και όταν ένα έθνος δεν έχει δικαιοσύνη δεν είναι σωστό έθνος.

Η κα Μουτσοπούλου θεωρεί ότι θα γνωρίσουμε μεγάλες καταρρεύσεις στην εποχή μας αλλά το θέμα είναι οι μελλοντικοί άνθρωποι να μπορούν να σκέφτονται λίγο καλύτερα για να μην ξαναρχίσει η ανθρωπότητα πάλι τα ίδια.

Κλείνοντας, η κας Μουτσοπούλου είπε ότι οι κρίσεις είναι η μεγάλη μας ευκαιρία και στην κρίση μπορεί κανείς, εάν το θέλει, να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο.

Την εκπομπή μπορείτε να παρακολουθήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:





Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Η επανάσταση της σιωπηλής πλειοψηφίας

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Στις Αμερικάνικες εκλογές, οι αναλυτές ισχυρίζονται ότι ο πραγματικός νικητής ήταν η σιωπηλή πλειοψηφία γιατί ήταν αυτή που ανέδειξε τον Ντόναλντ Τραμπ και πράγματι φαίνεται ότι αυτή είναι η αλήθεια.

Ο όρος «σιωπηλή πλειοψηφία» έγινε δημοφιλής από τον πρόεδρο Νίξον, στον λόγο του στις 3 Νοεμβρίου 1969 στον οποίο ζητούσε την υποστήριξη της σιωπηλής πλειοψηφίας των Αμερικάνων.


Πολλοί απόρησαν με τη δύναμη της σιωπηλής πλειοψηφίας που ανατίναξε στην κυριολεξία τις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, παρόλο που κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και στο Brexit.

Κάποιοι προσπάθησαν να το αιτιολογήσουν προσδίδοντας στους Αμερικάνους τα ίδια που προσέδωσαν και στους Βρετανούς πολίτες ήτοι ρατσισμό, ξενοφοβία, αμάθεια κτλ. Την ίδια σιωπηλή στάση παρατηρήσαμε και στη χώρα μας με τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι και συλλήβδην χαρακτηρίστηκαν ως φασίστες και ακροδεξιοί. Οι ψηφοφόροι αυτοί εάν και όχι πλειοψηφία όπως στην περίπτωση των Αμερικάνων και Βρετανών, δημιούργησαν μία συμπαγή μάζα ψηφοφόρων η οποία και αυτή δεν εκφράζεται δημόσια με έντονο τρόπο.

Είναι προφανές ότι όλοι όσοι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της σιωπηλής πλειοψηφίας, μάλλον δεν έχουν διαβάσει το περίφημο βιβλίο του Jean Baudrillard «Στη σκιά των σιωπηλών πλειοψηφιών» που έγραψε το 1983.

Ο Baudrillard ανέφερε ότι οι μάζες πλέον μετά την ουσιαστική διάλυση των κοινωνικών τάξεων δεν έχουν κάποιον να τους αντιπροσωπεύει. Το καλό αυτού είναι ότι κανείς δεν μπορεί να στραφεί συγκεκριμένα εναντίον τους. Οι μάζες δεν βρίσκουν πλέον νόημα και ούτε ζητούν νόημα, ως εκ τούτου η ισχύς είναι κούφια.

Οι μάζες απορροφούν τα μηνύματα που τους στέλνει η μαζική προπαγάνδα και τα ξαναστέλνουν πίσω. Τους στέλνονται μαζικά μηνύματα αλλά θέλουν ορισμένα και όχι όλα και σίγουρα προτιμούν το θέαμα από ότι το νόημα. Το τελευταίο το είδαμε και στην επικοινωνιακή και εκρηκτική συμπεριφοριστικά στάση του Ντόναλντ Τραμπ που μόνο τυχαία δεν ήταν.

Οι μάζες με το να αποσύρονται στην ιδιωτική τους περίκλειστη σφαίρα και να μην εκφράζουν άποψη αντιδρούν δυναμικά στην πολιτική χειραγώγηση και περιφρονούν τους πολιτικούς.

Οτιδήποτε παλαιότερα καλούνταν μικροαστικό όπως η αποχή από την πολιτική και η ρουτίνα της καθημερινής ζωής γίνεται πλέον η νόρμα. Η ρουτίνα, η αδράνεια και η πολιτική αποχή παλαιότερα χαρακτήριζαν τον φασισμό ωστόσο στις ημέρες μας αποτελεί μία διαδικασία εν δυνάμει επαναστατική. 

Αυτή η μετωπική αντίσταση στο σύστημα προέρχεται από παραδοσιακές κυρίως ομάδες ανθρώπων που θέλουν να διατηρήσουν την κουλτούρα τους και τις παραδοσιακές δομές της κοινωνίας τους σε αντίθεση με την ομογενοποίηση που προάγεται από το υπάρχον σύστημα, κατ'άλλους καθεστώς. Το στοιχείο αυτό το παρατηρήσαμε τόσο στη Βρετανική όσο και στην Αμερικανική κοινωνία και αποτελεί στοιχείο μίας διαδικασίας κατάρρευσης η οποία, σύμφωνα με τον Baudrillard, δεν πρόκειται να σταματήσει αλλά θα είναι είτε βίαιη είτε ομαλή σε αργή κίνηση, πάντως σίγουρα κατάρρευση. Τα αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα, η οικολογία κτλ. αποτελούν στοιχεία της ομαλής και όχι βίαιης κατάρρευσης του επικρατούντος συστήματος.

Ο Baudrillard όμως τονίζει ότι η ομαλή κατάρρευση θα είναι σύντομη και ότι πουθενά δεν υπήρξε μία ισορροπημένη μετάβαση από τα συστήματα κατάρρευσης στα συστήματα έκρηξης  αλλά κάθε στοιχείο στο δρόμο της κατάρρευσης μπορεί να είναι βίαιο και καταστροφικό.

Είναι προφανές πλέον ότι οδηγούμαστε σε σημαντικές, τεκτονικού τύπου, αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Εάν μη τι άλλο, ζούμε σε μία άκρως ενδιαφέρουσα εποχή.




Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Ο ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Καθημερινά  ακούμε για σκηνές φανατισμού κυρίως θρησκευτικού αλλά και πολιτικού. Πώς γίνεται όμως κάποιος φανατικός;

Οι παράγοντες που συντελούν στη δημιουργία ενός φανατικού είναι τόσο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ίδιου του ατόμου όσο και η προπαγάνδα που έχει υποστεί. Πέραν αυτών όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Calhoun (2004)  αναφέρει ότι ένας παράγοντας δημιουργίας φανατικών είναι οι κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί. Οι παλιές αξίες έχουν χάσει το νόημά τους και δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμα νέες. Σε τέτοιες περιόδους, οι άνθρωποι αναζητούν θεωρίες και κινήματα τα οποία θα τους βοηθήσουν να ξανααποκτήσουν την απολεσθείσα αίσθηση ασφάλειας. Η περίοδος που διανύουμε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αυτή η περίοδος της παγκοσμιοποίησης και του κοσμικού ανθρωπισμού προκαλεί αβεβαιότητα στους ανθρώπους και συνεπώς οι φανατικοί μπορούν εύκολα να «ευδοκιμήσουν» μαζί με τους «σωτήρες/μεσσίες» αρχηγούς τους.

Ο Hoffer στο βιβλίο του «The True Believer» ήδη από το 1951 υποστήριξε ότι η δημοκρατία της Δύσης παρακμάζει και ότι οι άνθρωποι γίνονται μαλθακοί, εγωϊστές και ηδονιστές. Λόγω της μαλθακότητας και του εγωϊσμού οι άνθρωποι δεν είναι διατεθειμένοι να αγωνιστούν για οτιδήποτε και έτσι δημιουργείται μία ηθική παρακμή. Κατ’άλλους (Permetti, 2015), οι άνθρωποι στη δύση χειραγωγούνται συνέχεια από τις ελίτ και δεν επιδιώκουν μία συστημική αλλαγή γιατί απλά έχουν «εκπαιδευθεί» να μην σκέφτονται άλλο θεσμικό πλαίσιο π.χ. κάποια άλλη μορφή διακυβέρνησης, ρύθμισης της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων κτλ. Έχουν μάθει να σκέφτονται μόνο το τρίπτυχο: κέρδος, ανταγωνισμός και κατανάλωση και τίποτε άλλο. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ελευθερία του Τύπου ούτε ελευθερία της έκφρασης αφού οι πολίτες δεν διανοούνται κάποιο άλλο θεσμικό πλαίσιο πέραν του υφιστάμενου και όλα (τα ΜΜΕ, το πολιτικό σύστημα κτλ.) χειραγωγούνται από τις ελίτ μέσω της προπαγάνδας.

Σύμφωνα πάλι με τον Hoffer, η κενότητα που νοιώθουν τα άτομα τους προκαλεί το αίσθημα της αποτυχίας το οποίο προκειμένου να ξεπεράσουν αρχίζουν να πιστεύουν σε  έναν οποιοδήποτε «ιερό σκοπό». Ένα μαζικό κίνημα θα πρέπει να  παρέχει στα άτομα αυτά όχι μόνο την αίσθηση της δύναμης αλλά και πίστη για το μέλλον. Το μαζικό κίνημα θα πρέπει επίσης να τους παρέχει την αίσθηση του ανήκειν ("εμείς και οι άλλοι" ή σε ακραίες μορφές "όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας"), κάτι που το ανασφαλές άτομο χρειάζεται περισσότερο απ΄ ότι η πίστη σε μία ιδεολογία. 

Ο φανατικός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για ότι θεωρεί ιερό, συνεπώς φθάνει στο σημείο να απαρνιέται τον εαυτό του. Η άρνηση αυτή του εαυτού τον κάνει δεκτικό στο να πραγματοποιήσει διάφορες πράξεις ακραίας βίας, πράξεις που το μαζικό κίνημα και ο σωτήρας/μεσσίας αρχηγός  θα του «υποδείξουν».

Όπως προαναφέρθηκε, ο φανατικός δεν επιθυμεί ιδιαίτερες αναλύσεις του αρκούν γρήγορες και εύκολες απαντήσεις. Η Nystrom (2002) υποστηρίζει ότι τον ρόλο αυτό, δηλαδή της παροχής γρήγορων και εύκολων απαντήσεων, παρέχει η τηλεόραση.

Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση του Perkinson (2002) σύμφωνα με την οποία το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανή μαζικής παραγωγής φανατικών. Αυτό το κάνει με την κατάργηση της κριτικής σκέψης και με την παροχή προτυποποιημένων, αυταρχικού και δογματικού τύπου απαντήσεων σε ερωτήματα που άπτονται των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η απώλεια κριτικής σκέψης συμβαδίζει με τη χειραγώγηση των σύγχρονων μαζών από τις ελίτ όπως υποστηρίζει ο Perretti (2015).

Οι σύγχρονοι φανατικοί είναι είτε αυτοί που πιστεύουν σε κάποιες θρησκευτικές αρχές βλ. ισλαμιστές είτε αυτοί που υποστηρίζουν το υπάρχον σύστημα με πάθος βλ. οπαδοί πολιτικών κομμάτων και όχι μόνο.

Εάν μία χώρα θέλει να θεωρείται δημοκρατική (και όχι να ισχυρίζεται ψευδώς ότι είναι) πρέπει να βοηθά τους πολίτες της να σκέφτονται εναλλακτικές προτάσεις για το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και έτσι να αποφεύγεται ο φανατισμός. Πρέπει να ενθαρρύνει τον διάλογο για θέματα όπως είναι ο τύπος διακυβέρνησης, η οικονομία κτλ. και όχι να προάγει μονοσήμαντες πολιτικές περί μονόδρομων κτλ. Στην Ελλάδα, ο διάλογος, και όχι οι κραυγές των φανατικών οπαδών των κομμάτων, είναι επιτακτικός γιατί πλέον  το οικονομικό πρόβλημα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά εθνικά προβλήματα θέτοντας έτσι ζήτημα  ύπαρξης της ίδιας της χώρας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Calhoun, L.2004. An Anatomy of Fanaticism. .– Peace Review, 16(3), σελ349.–356.

Hoffer, E. 1951.The True Believer: Thoughts on the Nature of Mass Movements. NewYork: Harper Perennial Modern Classics.

Nystrom, C. L.2002. Immediate Man: The Symbolic Environment of Fanaticism. .– ETC:A Review of General Semantics, 59(2), σελ. 175–191.

Perkinson, H. J. 2002.Fanaticism: Flight from Fallibility. .– ETC: A Review of General Semantics, 59 (2), σελ. 170.–174.

Perretti, Y. 2015 The rise of instinctive believers and fanatics in modernity. Διαθέσιμο στον Παγκόσμιο Ιστό:<http://www.pravdareport.com/society/stories/22-01-2015/129586-believers_fanatics-0/>

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Τάσος Χατζηαναστασίου – Κυρίαρχο στοιχείο των Ελλήνων η αντιστασιακή τους παράδοση

Προσκεκλημένος της Φωτεινής Μαστρογιάννη στη διαδικτυακή εκπομπή Take the money & run ήταν ο ιστορικός Τάσος Χατζηαναστασίου, συγγραφέας του βιβλίου «Αντάρτες και Καπετάνιοι. Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης 1942-1944», Αφοί Κυριακίδη Εκδόσεις Α.Ε.

Ο κος Χατζηαναστασίου είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με το θέμα της Εθνικής Αντίστασης κατά της βουλγαρικής κατοχής στην περιοχή Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.



Σύμφωνα με τον κο Χατζηαναστασίου η αντίληψη ότι η ιστορία ερμηνεύεται από τον καθένα κατά το δοκούν αποτελεί μία μεταμοντέρνα αντίληψη, την οποία οι σοβαροί ιστορικοί καταδικάζουν και θεωρούν ότι πρέπει να απαλειφθεί από τον ακαδημαϊκό ιστορικό χώρο.

Η μάχη για την ιστορία είναι η πιο κρίσιμη στον χώρο της παιδείας διότι αυτή διαμορφώνει την ιστορική και εθνική συνείδηση της νέας γενιάς και η κάθε εξουσία θέλει να διαμορφώσει την επόμενη γενιά με βάση τις δικές της επιλογές και εξαρτήσεις.

Σε μία χώρα που τελεί υπό Επιτροπεία, που έχει μετατραπεί σε οικόπεδο και αποικία αντίστοιχη θα πρέπει να είναι και η ιδεολογία που θα περάσει μέσα από την εκπαίδευση.

Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, οι προσεγγίσεις στην ιστορία ήταν πιο ισορροπημένες και πιο κοντά στη δημιουργία ενός πολίτη με δημοκρατική, πατριωτική συνείδηση και με αγωνιστικό ήθος.

Η τάση της εθνομηδενιστικής αντίληψης που ξεκίνησε από την κυβέρνηση Σημίτη ήταν κυρίαρχη στα Πανεπιστήμια. Ήταν η τάση της αποδόμησης του δικού μας ιστορικού και εθνικού αφηγήματος προκειμένου οι Έλληνες να αισθάνονται ότι δεν είναι τίποτα σπουδαίο και η κοινωνία να απολέσει τη συνεκτικότητα που θα της επέτρεπε να αντισταθεί. Γι’αυτό και η αμφισβήτηση της γενοκτονίας των Ποντίων και η κατάργηση της διδασκαλίας του Επιταφίου Λόγου του Περικλέως που συνέγραψε ο Θουκυδίδης.

Η στόχευση είναι ο αφοπλισμός της αντιστασιακής συνείδησης των Ελλήνων. Ο Νίκος Σβορώνος έχει αναδείξει ως κυρίαρχο στοιχείο του νεώτερου Ελληνισμού την αντιστασιακή παράδοση των Ελλήνων. Εάν αυτή αφαιρεθεί τότε είναι πιο εύκολη η αποδοχή της υποταγής. Δεν είναι σίγουρο πόσο τα αντιστασιακά και πατριωτικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων θα μπορέσουν να αντέξουν επί μακρόν σε μία τέτοια γενικευμένη επίθεση όταν και οι όροι διαβίωσης συνεχώς επιδεινώνονται.

Η νέα γενιά που επηρεάζεται από την ακροδεξιά πολιτική πέφτει από τα σύννεφα όταν μαθαίνει ότι τον Δεκέμβριο του 1967 η χούντα απέσυρε την Ελληνική μεραρχία από την Κύπρο, αφήνοντάς την ανυπεράσπιστη.

Οι σχολικές εορτές όπως είναι π.χ. η 28η Οκτωβρίου περνάνε πλέον το μήνυμα ότι πολεμήσαμε γενικά για την ειρήνη ή για να φιλοξενήσουμε πρόσφυγες μετά από δεκαετίες. Η 28η Οκτωβρίου ήταν η πρώτη αντιφασιστική νίκη και είμαστε υπερήφανοι που συμβάλλαμε στην πρώτη συμμαχική νίκη κατά του φασισμού. Το μήνυμα της αντίστασης είναι όμως αυτό που πρέπει να τονίζεται και όχι μιας χαζοχαρούμενης αντίληψης περί πασιφισμού. Η ειρήνη είναι φυσικά ένα ιδανικό αλλά όχι όταν υπάρχει καταπίεση και κατοχή, όχι όταν υπάρχει επιβουλή σε βάρος της εθνικής μας ακεραιότητας.

Η Ελλάδα εκείνη την περίοδο είχε τριπλή κατοχή: ιταλική, γερμανική και βουλγαρική. Η Ιταλία είχε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας αλλά μέχρι το 1943 που η Ιταλία συνθηκολογεί. Τις περιοχές υπό ιταλική κατοχή αναλαμβάνουν πλέον οι Γερμανοί με ακόμα μεγαλύτερη σκληρότητα απ' ό,τι νωρίτερα.

Δεν δίνεται η δέουσα σημασία στη βουλγαρική κατοχή γιατί αφορά ένα μικρό κομμάτι δηλαδή την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη που είναι όμως πολύ νευραλγικές περιοχές για τον Ελληνισμό.
Οι Βρετανοί για να απαγκιστρώσουν τη Βουλγαρία από τον Άξονα έκαναν μία κρούση προσφέροντας έξοδο προς την Καβάλα στους Βούλγαρους για να τους δελεάσουν. Πολιτική ευτυχώς που εγκαταλείφθηκε αλλά όχι γιατί οι Άγγλοι  σκέφτηκαν ωριμότερα αλλά γιατί ήδη η ΕΣΣΔ είχε επιβάλλει την επιρροή της στη Βουλγαρία οπότε δεν ετίθετο θέμα αμφισβήτησης από τη Βρετανία.

Η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη είναι μία περιοχή σημαντική για την εθνική κυριαρχία της χώρας αλλά και για την οικονομία.Η παραγωγή καπνού που τη δεκαετία του 1930 ήταν το σημαντικότερο αγροτικό προϊόν προς εξαγωγή βρισκόταν κατά κύριο λόγο στην περιοχή αυτή. Τα τοπικά καπνά ήταν εξαιρετικά και αποτελούσαν μεγάλο ποσοστό των εξαγωγών μας. Χαρακτηριστικό είναι και το ότι το 60% της παραγωγής βουτύρου της χώρας παραγόταν εκεί.

Οι Βούλγαροι δεν ήρθαν απλώς να κάνουν κατοχή μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος αλλά ήρθαν για να μείνουν, να εκδιώξουν τον ελληνικό πληθυσμό που είχε αυξηθεί τα προηγούμενα είκοσι χρόνια λόγω της έλευσης των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την αντίστοιχη αποχώρηση των μουσουλμανικών πληθυσμών από την Ανατολική Μακεδονία (όχι από τη Θράκη) και να ενσωματώσουν την περιοχή στο βουλγαρικό κράτος.

Ο εκβουλγαρισμός της περιοχής αφορούσε τη διοίκηση, την αστυνομία ακόμα και την εκκλησία – Έλληνας παπάς δεν έμεινε. Ακόμα και οι κατάλογοι του Αρχαιολογικού Μουσείου είχαν μεταφρασθεί στα βουλγαρικά. Επρόκειτο περί πολιτισμικής γενοκτονίας, πέραν των εκτελέσεων, των διωγμών, του ελέγχου της οικονομίας με αποικιοκρατικούς όρους. Σε μία ελληνική επιχείρηση έμπαινε υποχρεωτικά βούλγαρος συνέταιρος, ο οποίος φυσικά δεν έβαζε τα χρήματα είχε όμως μερίδιο στα κέρδη.  Σε κάποιες περιπτώσεις, οι Βούλγαροι άλλαξαν και τα ονόματα στους τάφους δηλαδή κάποιον π.χ. Αθανασίου τον έκαναν Αθανασώφ!

Η παραχώρηση της κατοχής από τους Γερμανούς στους Βούλγαρους δεν έχει προηγούμενο. Οι Γερμανοί παραχώρησαν την κατεχόμενη περιοχή σε άλλο κράτος το οποίο δεν ήταν καν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα! Η Βουλγαρία δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα, αργότερα η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία.

Οι Γερμανοί ήθελαν να κάνουν οικονομία σε «γερμανικό αίμα» για να πολεμήσουν στα μέτωπα της Αφρικής και κυρίως της ΕΣΣΔ.  Παραχώρηση την περιοχή με τη συμφωνία τήρησης ησυχίας, τάξης και ασφάλειας στον βουλγαρικό στρατό ο οποίος διακαώς ήθελε να κατέχει τις περιοχές αυτές και μάλιστα τον Ιούλιο του 1943, η Γερμανία δίνει τη δυνατότητα εισόδου στα βουλγαρικά στρατεύματα και στην Κεντρική Μακεδονία πέραν του Στρυμόνα.

Εάν το δούμε αυστηρά εθνολογικά υπάρχει μία σλαβόφωνη ζώνη βόρεια της Δράμας και πέραν αυτής υπάρχουν ισχυρές ελληνικές εγκαταστάσεις όπως το Μελένικο, η Φιλιππούπολη κτλ. που βρέθηκαν πέραν του ελληνικού κράτους. Η ζώνη αυτή είναι αγροτικών πληθυσμών ρευστής συνείδησης και επέτρεπε στη Βουλγαρία με βάση την αντικειμενική θεωρία περί έθνους, που είναι γερμανικής προέλευσης και η οποία υποστηρίζει ότι π.χ. όποιος μιλά βουλγαρικά είναι βούλγαρος, να διεκδικήσει αυτές τις περιοχές. Γι’αυτό είχαμε τους κομιτατζήδες, τα οργανωμένα αυτά ένοπλα σώματα, προκειμένου να αποσπάσουν τους ελληνικούς αυτούς πληθυσμούς από την επιρροή του ελληνικού Πατριαρχείου και να τους ενσωματώσουν στη βουλγαρική Εξαρχεία που ήταν το κέντρο της εθνικής βουλγαρικής αναγέννησης.

Νωρίτερα οι περιοχές αυτές είχαν γνωρίσει άλλες δύο σκληρότατες βουλγαρικές κατοχές. Η μία ήταν το 1912-13 όπου η Βουλγαρία απελευθερώνει από τους Οθωμανούς τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία αλλά με το Β’ Βαλκανικό πόλεμο, ο ελληνικός στρατός φτάνει μέχρι τα όρια της Θράκης. Η Δυτική (ελληνική) Θράκη παραμένει μέχρι το 1919 υπό βουλγαρικό έλεγχο.

Το 1916-18 η Βουλγαρία είναι πάλι με τους Γερμανούς αλλά και με τους Τούρκους και καταλαμβάνει πάλι ελέω Γερμανών τις περιοχές αυτές. Το Παλάτι έβαλε το χέρι του επιτρέποντας την είσοδο γερμανοβουλγαρικών στρατευμάτων στην Ανατολική Μακεδονία. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήθελε να κρατήσει στάση ουδετερότητας, φιλογερμανός ο ίδιος αλλά αντιλαμβανόμενος τις εξαρτήσεις της Ελλάδας έναντι της Αντάντ, δεν προχώρησε στο να συμμαχήσει με εχθρούς της Ελλάδας όπως ήταν η Βουλγαρία και η Τουρκία. Ας θυμηθούμε ότι και ο Βενιζέλος είχε επιτρέψει κι αυτός σε δυνάμεις της Αντάντ να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Επομένως έχουμε την εξισορρόπηση αυτής της κατάστασης σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού.

Το 1916-18 είχαμε φαινόμενα γενοκτονίας του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολική Μακεδονία. Το 1922 είχαμε την έλευση των προσφύγων που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές και πλέον ο ελληνικός πληθυσμός είναι η συντριπτική πλειοψηφία. Το 1941, οι Βούλγαροι συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να διώξουν όλο αυτό τον πληθυσμό (περίπου 600.000) καταφέρνουν όμως να εκδιώξουν 250.000 Έλληνες. Μόνο οι Γερμανοί έβαλαν τον Σεπτέμβριο του 1941, φραγμό στους Βούλγαρους γιατί δεν μπορούσαν να σιτίζουν τους πρόσφυγες.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 έχουν την εξέγερση της Δράμας και των χωριών και στη συνέχεια μαζικές εκτελέσεις, οπότε έχουμε πάλι αθρόα ρεύματα  πανικόβλητων Ελλήνων που προσπαθούν να περάσουν τον Στρυμόνα και να διαφύγουν στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, παρόλα αυτά το σχέδιο εκδίωξης του πληθυσμού και εποικισμού αποτυγχάνει.

Στον ένοπλο αγώνα υπήρχαν δύο αντιστασιακές οργανώσεις: ο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ και των εθνικιστών ανταρτών υπό τον Αντών Τσαούς (Αντώνης Φωστερίδης) που ηγείτο κυρίως των οπλαρχηγών των τουρκόφωνων ποντίων. Αυτοί είναι πρόσφυγες από τον Δυτικό Πόντο, είχαν πολεμήσει σε αντάρτικο τους Τούρκους ήταν πολύ σκληροτράχηλοι και ικανότατοι πολεμιστές οι οποίοι είχαν μία αρνητική προδιάθεση απέναντι στον κομμουνισμό και κατ’επέκταση στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.Η αντικομουνιστική τους θέση οφείλονταν στην ήττα του ποντιακού αντάρτικού την οποία αποδίδουν στη στροφή του νέου καθεστώτος της ΕΣΣΔ (Λένιν) υπέρ του Κεμάλ.

Η κύρια προσφορά όχι μόνο της ένοπλης αλλά κυρίως της παθητικής αντίστασης ήταν η επιμονή παραμονής στην περιοχή και η απόκρουση αντίστοιχα του εποικισμού. Εάν οι περιοχές αυτές είχαν αλλοιωθεί, θα μπορούσαν να είναι και διεκδικήσιμες.

Όσον αφορά τους Πομάκους, αυτοί αντιμετωπίστηκαν ως βουλγαρομωαμεθανοί επειδή η γλώσσα τους έχει πολλά σλαβικά στοιχεία. Η ελληνική ερμηνεία που βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, υποστηρίζει ότι είναι ένα αρχαίο θρακικό φύλο που οι Οθωμανοί εξισλάμησαν με το ζόρι γιατί ήταν σε νευραλγική θέση γι’αυτούς. Οι Πομάκοι υιοθέτησαν τη βουλγαρική γλώσσα όταν οι Σλάβοι ήρθαν στην περιοχή.

Τα μέτρα όμως καταπίεσης των Βουλγάρων αφορούσαν όλους και μουσουλμάνους και χριστιανούς.
Μετά το 1964-65 η Βουλγαρία συνειδητοποιεί ότι πρέπει να έχει καλές σχέσεις με την Ελλάδα και τη δεκαετία του 1980 δημιουργήθηκε ο περίφημος άξονας Αθήνας – Σόφιας και έκτοτε οι σχέσεις παραμένουν φιλικές.

Οι Έλληνες δεν μνησικακούμε, συγχωρούμε αλλά δεν ξεχνάμε. Κρατάμε ακόμα ένα στοιχείο γενναιοδωρίας.


Την εκπομπή μπορείτε να παρακολουθήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Υποταγή ή Αλλαγή; Το ερώτημα των Ελλήνων

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Παρατηρώντας την ελληνική κοινωνία διαπιστώνουμε ότι έχει πλήρως υποταχθεί σε μία αδιέξοδη κατάσταση και δεν αναζητά πλέον την οποιαδήποτε αλλαγή.

Πολλοί διερωτώνται για το ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της αδράνειας.  Πιθανόν κάποιες απαντήσεις να βρίσκονται στο εξαιρετικό βιβλίο του Eric Hoffer  «The True Believer».Ο Eric Hoffer αναφέρει ότι για τη δημιουργία οποιουδήποτε μαζικού κινήματος αλλαγής είναι απαραίτητο να υπάρχει ενθουσιασμός και ορίζει ως σημαντικό παράγοντα αλλαγής την αφύπνιση του κόσμου.



Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επισήμανσή του ότι στις μέρες μας τα μαζικά κινήματα είναι είτε επαναστατικά είτε εθνικιστικά είτε και τα δύο.

Ακόμα όμως πιο σημαντική είναι η παρακάτω επισήμανσή του, η οποία θα ξενίσει πιθανότατα μερικούς. Ο Hoffer υποστηρίζει ότι τόσο η Γαλλική όσο και η Ρωσική Επανάσταση μετατράπηκαν σε εθνικιστικά κινήματα κάτι που αποδεικνύει ότι στη σύγχρονη εποχή ο εθνικισμός αποτελεί μία διαρκή πηγή ενθουσιασμού και ότι η εθνικιστική θέρμη πρέπει να αξιοποιηθεί προκειμένου οι δραστικές αλλαγές που ξεκίνησαν από  επαναστατικό ενθουσιασμό να πραγματοποιηθούν και να ολοκληρωθούν.

Ο Hoffer συνεχίζει να μας εκπλήσσει αναφέροντας ότι η αποτυχία αλλαγής της οικονομίας από το Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχε το αίσθημα της ελπίδας και της έξαρσης και φυσικά ούτε του επαναστατικού ενθουσιασμού και ότι πιθανόν μία ήπια μορφή σωβινισμού να βοηθούσε. Ισχυρίζεται ότι ο εκμοντερνισμός της Ιαπωνίας, της Τουρκίας (με τον κεμαλισμό) κτλ. οφείλονταν στον εθνικισμό.

Ο Hoffer θεωρεί ότι η δυσαρέσκεια από μόνη της δεν μπορεί να είναι φορέας αλλαγής. Σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν πολλοί δηλαδή ότι η εξαθλίωση και η αβεβαιότητα στη ζωή του ανθρώπου που συνδέεται με αυτή μπορεί να αποτελέσουν παράγοντα αλλαγής, ο Hoffer υποστηρίζει ότι όταν τα άτομα αισθάνονται ότι η ζωή τους είναι αβέβαιη τείνουν να προσκολλώνται σε αυτό που τους είναι οικείο και δημιουργώντας μία σταθερή ρουτίνα έχουν την ψευδαίσθηση ότι δαμάζουν το απρόβλεπτο γιατί φοβούνται την αλλαγή.  Ακόμα και οι εξαθλιωμένοι εμφανίζουν συντηρητισμό ο οποίος μπορεί να είναι τόσο μεγάλος όσο αυτός των προνομιούχων και με το συντηρητισμό και των δύο να συνεχίζεται η κοινωνική τάξη όπως έχει διαμορφωθεί και έτσι να μην επιτυγχάνεται καμία αλλαγή.

Αυτοί που επιζητούν τη μεγάλη αλλαγή πιστεύουν τυφλά σε κάτι είτε αυτό είναι μία ιδεολογία (οι μπολσεβίκοι πίστευαν στον μαρξισμό) είτε σε έναν αλάνθαστο ηγέτη και μία νέα τεχνική (οι Ναζί που πίστευαν στον Χίτλερ και στις νέες τεχνικές του blitzkrieg και της προπαγάνδας).

Εκείνοι, κατά τον Hoffer, που θα μεταμορφώσουν ένα έθνος δεν μπορούν να το κάνουν καλλιεργώντας τη δυσαρέσκεια ή επιδεικνύοντας τη λογική των επιθυμητών αλλαγών ή εξαναγκάζοντας τους ανθρώπους σε ένα νέο τρόπο ζωής (άραγε μήπως  αυτοί οι τρεις λόγοι είναι αυτοί που ακολουθούνται από  κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους στην Ελλάδα του σήμερα;). Αντίθετα αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να δημιουργήσουν στον κόσμο ελπίδα, οποιουδήποτε τύπου ελπίδα αρκεί να είναι ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.