Σελίδες

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Οι ανοικτοί χώροι γραφείων εξοντώνουν τον εργαζόμενο

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Στα περισσότερα γραφεία που βλέπουμε, εργαζόμαστε ή προσφέρονται προς πώληση - ενοικίαση είναι αυτά των ανοικτών χώρων. Στα γραφεία ανοικτών χώρων, ειδικά στην Ελλάδα, εργάζονται πολλοί εργαζόμενοι με τα γραφεία τους πολύ κοντά το ένα στο άλλο. 


Αρχικά οι λόγοι για τους οποίους δημιουργήθηκαν αυτοί οι ανοικτοί χώροι ήταν η άνοδος της παραγωγικότητας,η δημιουργία ομαδικού κλίματος συνεργασίας και η δημιουργικότητα. Στην πραγματικότητα όμως ο λόγος ήταν άλλος και δεν ήταν παρά αυτός της στενής παρακολούθησης του εργαζόμενου και της πλήρους κατάργησης της ιδιωτικότητάς του

A bright blue neon on a wall reads “Work harder”

Δεν είναι τυχαίο, προς επίρρωση των παραπάνω, ότι σε πολλούς από αυτούς τους ανοικτούς χώρους, στεγάζεται και ο προϊστάμενος, συνήθως τοποθετημένος σε ένα κουβούκλιο με τζάμια στον οποίο διατηρεί κάποια ιδιωτικότητα, σε σχέση με τους απλούς εργαζόμενους, και μπορεί ταυτόχρονα να επιτηρεί τους άλλους με διακριτό τον ρόλο εξουσίας του. Πρόκειται λοιπόν για τη δημιουργία ενός σύγχρονου εργοστάσιου παραγωγής που έχει μεταφερθεί στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών. Οι χώροι όμως αυτοί δημιουργούν προβλήματα. 

Ειδικά για τους εργαζόμενους υψηλής απόδοσης οι οποίοι χρειάζονται ησυχία για να συγκεντρωθούν στην εργασία τους, οι ανοικτοί χώροι με τη φασαρία που δημιουργείται από τους άλλους εργαζόμενους αποτελούν γι'αυτούς ένα ακατάλληλο περιβάλλον. Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα για τους εσωστρεφείς (το 50,7% του πληθυσμού) που χρειάζονται τον δικό τους χώρο, η συνεχής παρουσία των άλλων «πάνω από το κεφάλι τους»  μπορεί να είναι μαρτύριο. Εάν δε κάποιος συνάδερφος του αρέσει να ακούει μουσική τότε το μαρτύριο μπορεί να είναι και χειρότερο. 


Πέραν όμως της ηχητικής μόλυνσης υπάρχει και η οπτική μόλυνση δηλαδή οι συνεχείς κινήσεις των άλλων διασπούν την προσοχή, φυσικά για παραγωγικότητα ούτε λόγος. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να βρίσκονται σε διαρκή και στενή επαφή με άλλους στον χώρο εργασίας και έχει παρατηρηθεί ότι οι  καλοί εργαζόμενοι που εργάζονται σε τέτοιους χώρους  αποφεύγουν να πηγαίνουν στη δουλειά τους  και έτσι η παραγωγικότητα μειώνεται ακόμα περισσότερο.  

Τα στοιχεία αυτά έχουν επιβεβαιωθεί από πλήθος ερευνών. Πιο συγκεκριμένα, καθημερινά χάνονται 86’ εργασίας λόγω των διαφόρων ενοχλήσεων που συμβαίνουν στους ανοικτούς χώρους εργασίας και χρειάζονται 23’ ανά εργαζόμενο για να συνέρθει από τις ενοχλήσεις αυτές. Η παραγωγικότητα μειώνεται κατά 15% και η ευημερία των εργαζόμενων μειώνεται κατά 32%. Να μην συζητήσουμε βέβαια για την εύκολη μετάδοση των ασθενειών που πραγματοποιείται από τον ένα εργαζόμενο στον άλλο. Σύμφωνα με μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2011 στη Δανία η πιθανότητα να αρρωστήσει κάποιος εργαζόμενος στους χώρους αυτούς αυξάνει κατά 62%.

Οι ανοικτοί χώροι εργασίας μπορεί να ενδείκνυνται για τα τμήματα πωλήσεων αλλά όχι για τις άλλες θέσεις εργασίας. Η λύση που προτείνεται διεθνώς είναι να μπορεί ο εργαζόμενος να εργάζεται από το σπίτι του κάτι που με τη σημερινή εξέλιξη της τεχνολογίας είναι απολύτως εφικτό.

Κατ’αυτό τον τρόπο και η επιχείρηση εξοικονομεί χρήματα από την ενοικίαση κτιρίων και ο εργαζόμενος είναι πιο παραγωγικός

Εναλλακτικά  μπορούν να δημιουργηθούν χώροι γραφείων με γυάλινα διαχωριστικά στην περίπτωση που δεν είναι εφικτό να υπάρχουν ξεχωριστά γραφεία. Μπορεί επίσης ο εργαζόμενος να εργάζεται από το σπίτι και μία ημέρα την εβδομάδα να βρίσκεται στα γραφεία της επιχείρησης έτσι ώστε να μην απομονώνεται από τους συναδέρφους του. Όλες αυτές είναι διαφορετικές προτάσεις που συζητούνται κατά καιρούς και κάποιες επιχειρήσεις τις έχουν πραγματοποιήσει, ειδικότερα την εργασία από το σπίτι. 

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση πρέπει να επανεξετασθεί η ισορροπία μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής γιατί έχει παρατηρηθεί ότι το σπίτι μετατρέπεται πλέον σε γραφείο με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει για την οικογενειακή ζωή του εργαζόμενου.





Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

Η Χαμένη Τιμή της Δημοσιογραφίας

Φωτεινή Μαστρογιάννη


Η εικόνα των δημοσιογράφων, ειδικά στην χώρα μας, είναι αρνητική.  Το «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» παραμένει επίκαιρο στη συνείδηση μεγάλου μέρους του κοινού. Η εμπιστοσύνη έχει χαθεί.




Για πολλούς, οι  δημοσιογράφοι λειτουργούν ως γραμματείς ιδιωτικών συμφερόντων και πολιτικών με σκοπό την απλή αναπαραγωγή ειδήσεων (για ανάλυση και δημοσιογραφία γνώμης ούτε λόγος). Η απόσταση μεταξύ δημοσιογράφων και αναγνωστών/θεατών/ακροατών είναι τεράστια ειδικά στην περίπτωση των διάσημων πανελλαδικά δημοσιογράφων που με τα υψηλά τους εισοδήματα δεν έχουν καμία σχέση με τον κοινό πολίτη και δεν μπορούν, όπως είναι φυσικό,  να τον καταλάβουν. Λόγω θέσης  και εισοδημάτων ταυτίζονται με την πολιτική και οικονομική ελίτ που και αυτή βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τον μέσο άνθρωπο.

Ο αρνητικός ρόλος των δημοσιογράφων στη διαμόρφωση της Κοινής Γνώμης και της Προπαγάνδας  έχει ήδη αναλυθεί από τον Lippman στο βιβλίο του «Κοινή Γνώμη» που έγραψε το 1922.  Μεταξύ ειδήσεων και κοινού τίθεται ένας φραγμός που τον βάζουν οι δημοσιογράφοι. Ο φραγμός βοηθά τα ΜΜΕ να χειραγωγήσουν ή να πληροφορήσουν το κοινό μερικώς  (σημ. πολύ σύνηθες φαινόμενο).   

Με τη χρήση στερεοτύπων (το έχουμε δει πολλαπλώς στη χώρα μας όπου συνεχώς υβρίζεται ο ελληνικός λαός τόσο από τον τοπικό όσο και από τον διεθνή τύπο) διαμορφώνουν την κοινή γνώμη (π.χ. οι άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι κλέφτες γιατροί, οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, όλοι οι Έλληνες είναι διεφθαρμένοι) μέχρις ότου τα ΜΜΕ αποφασίσουν  μέσω της περιορισμένης πληροφόρησης να μεταβάλλουν την αντίληψη του κοινού, συνήθως προς όφελος των συμφερόντων της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Εξυπακούεται ότι σε τέτοιες συνθήκες δεν υφίσταται δημοκρατία και οι δημοσιογράφοι φέρουν ευθύνη. Αντί του να μεταχειρίζονται τους ανθρώπους ως απλούς θεατές ή ως θύματα θα έπρεπε να απευθύνονται σε αυτούς ως πολίτες με λόγο στη δημόσια ζωή και να βελτιώνουν το επίπεδο του δημόσιου λόγου.  Αυτό όμως που παρατηρείται ακόμα και στις λεγόμενες πολιτικές συζητήσεις κυρίως στην τηλεόραση είναι μία αφόρητη οχλαγωγία με λόγο φτηνό και «πεζοδρομιακό» την οποία παθητικά παρακολουθεί ο θεατής.

Ο ρόλος των δημοσιογράφων θα έπρεπε να είναι επίσης πιο δυναμικός όσο αφορά την πολιτική εξουσία υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να αρκούνται στο να της παρέχουν πληροφόρηση αλλά να την «εξαναγκάζουν» να δρα υπέρ των πολιτών (στην περίοδο της κρίσης που ζούμε εδώ και δέκα περίπου χρόνια, πολλοί δημοσιογράφοι επικροτούν και στηρίζουν την εξουσία στο να δρα κατά και όχι υπέρ των πολιτών, δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός τους αποκαλεί «παπαγαλάκια»).

stock photo, business, camera, working, politics, outside, woman, lady, work, professional, washington, dc, story, report, news, career, journalism, reporter, journalist, the-white-house, correspondent, newsworthy, usa-united-states, breaking-news, live-news
Οι δημοσιογράφοι θα πρέπει, ακόμα, να ενισχύουν τον δημόσιο διάλογο και όχι να τον καταστέλλουν πολλές φορές.  Να είναι σε διαρκή επαφή με τους πολίτες και να βοηθούν στη βελτίωση του επιπέδου του δημόσιου λόγου και  στη δημιουργία συλλογικών δράσεων. Να θέτουν  τους πολίτες προ των ευθυνών τους και όχι να τους αντιμετωπίζουν ως απλούς καταναλωτές ειδήσεων. Για να το επιτύχουν θα πρέπει να μάθουν να μιλούν με τους πολίτες και να ανταλλάσσουν απόψεις και συνεπώς να μάχονται να μάχονται για τη δημοκρατία.

Οι Έλληνες πολίτες είναι θυμωμένοι, απαισιόδοξοι, απαθείς απέναντι στην πολιτική εξουσία  και δεν ευθύνονται πλήρως γι’αυτό. Ο John Dewey είχε γράψει ότι για μία τέτοια κατάσταση ευθύνονται  όλοι όσοι εκπαιδεύουν τον λαό (καθηγητές, δάσκαλοι, διανοούμενοι) αλλά και οι δημοσιογράφοι γιατί δεν έχουν βοηθούν τους πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη δημοκρατικών αποφάσεων που θα πρέπει να είναι μία συνεχής διαδικασία. 


Είχε επίσης προειδοποιήσει ότι η άγνοια, η προκατάληψη, η επιπολαιότητα, ο φθόνος και η αστάθεια – όλα αυτά που έχουν ως στόχο να καταστήσουν τους κοινούς πολίτες ανίκανους, θα τους κάνουν, αντίθετα, λιγότερο υποτακτικούς στις βλέψεις και στις προθέσεις της κυβερνώσας ελίτ.  Αυτή η αμφισβήτηση είναι πλέον ευδιάκριτη στην ελληνική κοινωνία.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα εάν οι δημοσιογράφοι θα συμβάλλουν στην καθιέρωση της δημοκρατίας και εάν θα ανακτήσουν τη χαμένη τους τιμή. Θα το κάνουν;





Προτεινόμενα αναγνώσματα

Walter Lippman, 1922. Public Opinion. Διαθέσιμο στο:
Jay Rosen. The Action of the Idea. Public Journalism in Built Form in The Idea of Public Journalism,edited by Theodore L. Glasser, New York, London: The Guilford Press.
John Dewey. The Public and Its Problems: An Essay in Political Inquiry. Ed. and introduction Melvin L. Rogers. University Park: Pennsylvania State University 






Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Πρεκαριάτο – Ζώντας από τα Αποφάγια της Κοινωνίας

Φωτεινή Μαστρογιάννη

Η σμίκρυνση και η υποταγή των ανθρώπων θεωρούνται προσπάθειες για την «πρόοδο».



Το πρεκαριάτο αποτελείται από όλους αυτούς που δεν έχουν μία σταθερή εργασία ή είναι άνεργοι, όλοι αυτοί που σύμφωνα με τον Γκάι Στάντινγκ ζουν από τα «αποφάγια της κοινωνίας»




Εντάσσονται όμως σε αυτό ακόμα και οι εργαζόμενοι με σταθερή εργασία των οποίων οι αμοιβές είναι τόσο χαμηλές (στα όρια της επιβίωσης)  που έχουν δημιουργήσει το φαινόμενο του φτωχού εργαζόμενου αλλά και εργαζόμενοι υψηλών προσόντων οι οποίοι απασχολούνται σε θέσεις εργασίας κατώτερες των προσόντων τους. Το πρεκαριάτο δεν κάνει διακρίσεις στην ηλικία – νέοι αλλά και μεγαλύτεροι σε ηλικία, όλοι έχουν μία θέση στο πρεκαριάτο.


Η  πάλαι ποτέ μεσαία τάξη καταρρέει και βασικός λόγος είναι η αυτοματοποίηση και η ρομποτοποίηση που μειώνουν διαρκώς τις θέσεις εργασίας και οι λίγες εναπομείνασες θα είναι υψηλής εξειδίκευσης, θα δημιουργηθεί μία τάξη, ολιγάριθμη όμως, υψηλά εξειδικευμένων εργατών.


Το πρεκαριάτο ζει συνέχεια με την αίσθηση του επείγοντος γιατί διαρκώς ψάχνει να βρει εργασία και πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμο για όταν και όσο ο εργοδότης το θελήσει.  Δεν έχει σταθερή εργασία ούτε φυσικά εισόδημα είναι «ευέλικτο» . Η εργασία του είναι σε τιμή και προσφορά «πακέτου», δεν επαρκεί για την επιβίωση και είναι χωρίς εγγυήσεις – ο εργαζόμενος υφίσταται την «κόλαση της απουσίας εγγυήσεων».


Στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής, κυρίως οι γυναίκες και οι νέοι εντάσσονται στο πρεκαριάτο. Οι γυναίκες απασχολούνται σε θέσεις μερικής απασχόλησης (41,1 % των γυναικών στην περιφέρεια Αττικής) και «ευέλικτες», με αισθητά χαμηλότερες αμοιβές σε σχέση με τους άντρες και στις οποίες καθυστερούνται τα δεδουλευμένα περισσότερο από τους άντρες. 

Για τους νέους από την άλλη, η επιστροφή των ηλικιωμένων στην αγορά εργασίας (μεγαλύτερη παραμονή στον εργασιακό χώρο λόγω της συνεχούς αύξησης του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση, διαρκείς μειώσεις των συντάξεων λόγω των γενοκτονικών μνημονιακών υποχρεώσεων που αναγκάζουν αρκετούς ηλικιωμένους να ασκούν μία δεύτερη εργασία) μειώνει τις επαγγελματικές ευκαιρίες για τους νέους (τις ήδη πολύ περιορισμένες λόγω των μνημονίων πρωτίστως αλλά και της αυτοματοποίησης).

Αναφέρθηκα και στους εργαζόμενους υψηλών προσόντων, κάποιοι (οι λιγότεροι) θα επιβιώσουν αλλά ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό αυτών θα ενταχθεί στο πρεκαριάτο. Ήδη, η Πάπαρη έθεσε μία άλλη διάσταση για το ακαδημαϊκό προλεταριάτο κόντρα στην άποψη που υποστηρίζει (παραπληροφορώντας μαζικά και επιδιώκοντας τη μαζική φυγή των νέων) ότι για τους νεαρούς πτυχιούχους τα πράγματα είναι πιο ευνοϊκά. Η Πάπαρη είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική και μιλά για νέους διδάκτορες που εργάζονται με επισφαλείς όρους ως εξωτερικοί συνεργάτες με περιστασιακές συμβάσεις που αγωνίζονται για μια θέση στον ήλιο δηλαδή μία μόνιμη θέση στο πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστήμια έτσι επωφελούνται γιατί παράγεται έργο συνεχώς από κακοπληρωμένους νέους ακαδημαϊκούς.


Όλοι γίνονται φτωχοί πλέον αλλά το κράτος νίπτει τας χείρας του – είναι ατομική ευθύνη να είναι κάποιος φτωχός (!) υποστηρίζουν.  Με άλλα λόγια, φταίει κάποιος που είναι φτωχός, το έχει επιλέξει (!) και δεν είναι συνέπεια των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στις οποίες βρίσκεται.  

Οι φτωχοί, κατά τον Μίλτον Φρήντμαν, έχουν μία ατομική συμπεριφορά που καθορίζεται από τις εσφαλμένες εκτιμήσεις που έχουν για την οικονομική πραγματικότητα (!).  Δεν φτάνει που είναι φτωχοί λοιπόν, έχουν και ψυχιατρικό πρόβλημα αφού νομίζουν ότι υφίσταται κάτι που απλά δεν υπάρχει. Πραγματικά εντυπωσιάζει ο κυνισμός και η αυταρέσκεια αυτών των δηλώσεων.

Οι διαπιστώσεις λοιπόν είναι θλιβερές και εντυπωσιάζει επίσης η πλήρης αδράνεια από την πλευρά των ιθυνόντων για την επίλυση του προβλήματος. Το πρεκαριάτο μελετάται κυρίως με την κατασταλτική έννοια και όχι με την ανθρωπιστική. Θεωρείται ως μία «επικίνδυνη» τάξη, μία τάξη που μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές εξεγέρσεις και ο στόχος είναι στο πώς να συγκρατηθεί από κάτι τέτοιο παρά στο πώς να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο. Οι συζητήσεις ακόμα και για το βασικό εισόδημα (χωρίς αυτό προφανώς να είναι πανάκεια) είναι περιορισμένες ενώ ιδιαίτερα εκτεταμένες είναι αυτές που ευαγγελίζονται μία απροσδιόριστου (για τους πολλούς) τύπου ανάπτυξης. 

Φωτεινή Μαστρογιάννη


Οι εξελίξεις όμως κινούνται με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με το παρελθόν, συνεπώς η συζήτηση για την ευημερία των ανθρώπων έπρεπε να είχε ήδη αρχίσει.