Σελίδες

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Η Γενιά Χ θα αλλάξει τον κόσμο



Φωτεινή Μαστρογιάννη

Η γενιά Χ δηλαδή αυτοί που είναι γεννημένοι το 1965-1980 είναι μία γενιά που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας γιατί τόσο ο Αλέξης Τσίπρας,ο Πάνος Καμμένος όσο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανήκουν σε αυτή. Είναι η μικρότερη πληθυσμιακά γενιά συγκρινόμενη με τη γενιά που προηγήθηκε (τη γενιά του Πολυτεχνείου/baby boomers) και την επόμενη τη Γενιά Υ (δύο άκρως ατομικιστικές γενιές).  




Ονομάστηκε Χ από το περίφημο βιβλίο του Ντάγκλας Κάπλαντ (Douglas Coupland). Η Γενιά Χ ονομάστηκε «χαμένη» λόγω του σκεπτικισμού (κάποιοι θα υποστήριζαν μηδενισμού) που τη διακρίνει. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει και το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές σε σχέση με τις άλλες γενιές. Οφείλεται στον κυνισμό που έχει έναντι του πολιτικού συστήματος και στην επακόλουθη απόρριψή του.


Είναι, κατά κάποιους, η πιο μορφωμένη γενιά (στις ΗΠΑ το 35% των μελών της Γενιάς Χ έχουν πτυχία Πανεπιστημίου έναντι  19% της Γενιάς Υ ή Millennials). Την πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν τη συνέδεσαν με την επαγγελματική αποκατάσταση και τον πλουτισμό αλλά ήθελαν μία διαφορετική πορεία στη ζωή τους κάτι που την έκανε να διαφέρει από τις άλλες γενιές. 

Εάν και είναι μία γενιά αρκετά εναλλακτική όπου τα μέλη της διαφοροποιούνται πολύ το ένα από το άλλο, χαρακτηριστικό τους είναι ότι η δημιουργία επαγγελματικής καριέρας δεν ήταν στα ενδιαφέροντά τους, απεχθάνονταν άλλωστε τους γιάπης.Πιθανόν αυτός να είναι ένας από τους λόγους που  λίγοι από αυτούς ακόμα και μέχρι σήμερα έχουν ανελιχθεί σε υψηλές ιεραρχικά θέσεις, παρά τα προσόντα τους. Ο άλλος λόγος είναι ότι η γενιά του Πολυτεχνείου/baby boomers  κατέχει τις υψηλές θέσεις και δεν είναι διατεθειμένη να τις εγκαταλείψει. Δεν είναι τυχαίο ότι η γενιά του Πολυτεχνείου όταν αποφασίσει να εγκαταλείψει κάποια θέση, προωθεί σε αυτή τους σημερινούς τριαντάρηδες (τη γενιά Υ) που είναι άλλωστε τα δικά της παιδιά.

Τα μέλη της γενιάς Χ  είναι οι πρώτοι που μεγάλωσαν σε σπίτια όπου και οι δύο γονείς εργάζονταν και όπου υπήρχε βοήθεια στο σπίτι από τροφούς, καθαρίστριες κτλ. Πολλοί από αυτούς είναι παιδιά χωρισμένων γονιών. Αυτό τους έκανε πιο πραγματιστές και πιο ώριμους σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, όσον αφορά τη δημιουργία οικογένειας. Εάν και παντρεύτηκαν σε μεγάλη ηλικία δεν επιθυμούν τα διαζύγια (εάν και κάποιοι από αυτούς δεν τα έχουν αποφύγει) και έχουν τα υψηλότερα ποσοστά διατήρησης γάμων.

Είναι προσεκτικοί όσον αφορά τη διαχείριση των οικονομικών σε σχέση με την προηγούμενη γενιά των baby boomers ή γενιά του Πολυτεχνείου στα καθ’ημάς ειδικότερα γιατί μεγάλωσε σε μία δύσκολη οικονομικά περίοδο όπως ήταν η δεκαετία του 1980 όπου αρκετοί είδαν τους γονείς τους να χάνουν τις δουλειές τους και να καταστρέφονται οικονομικά (κάτι αντίστοιχο βλέπουν και τα παιδιά της γενιάς Χ που είναι η γενιά Ζ). Είναι η γενιά που επαναστάτησε εναντίον  της Γενιάς του Πολυτεχνείου βλέποντας με ειρωνεία και κυνισμό τη μετέπειτα δυσάρεστη εξέλιξή της. Αντισυμβατική, αντι-γιάπι, με όνειρα όχι εστιασμένα στην απόκτηση χρήματος αλλά στη διεύρυνση του πνεύματος πολλές φορές μέσω των ταξιδιών, είναι η γενιά που έδωσε την ίντυ και γκραντζ μουσική της δεκαετίας του 1990 και τα ρέηβ πάρτυ


Ο σκεπτικισμός τους αφορά όλες τις πλευρές της ζωής τους.  Θεωρούνται δύσκολοι καταναλωτές  και έχουν το δεύτερο υψηλότερο εισόδημα από όλες τις γενιές και τους αρέσουν τα πολυτελή προϊόντα χωρίς όμως αυτά να χάνουν την πρακτικότητά τους.  Παρά το γεγονός ωστόσο ότι έχουν υψηλά εισοδήματα, οι αποταμιεύσεις τους δεν είναι αντίστοιχες γιατί είναι επιβαρυμένοι με δάνεια (στο εξωτερικό κυρίως σπουδαστικά)  και τη φροντίδα των παιδιών. Δίνει σημασία στην επωνυμία και τείνει να είναι πιστή σε αυτή.


Είναι μία γενιά που έχει σχέση και με το Διαδίκτυο και με τα κοινωνικά μέσα αφού δαπανούν κατά μέσο όρο επτά ώρες την εβδομάδα στο Facebook ενώ το 58% τους αρέσει να ενημερώνονται από το YouTube. Συμμετέχουν στα κοινωνικά μέσα από τις 20:00 μέχρι τα μεσάνυχτα. Χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα για ενημέρωση και όχι για αυτοπροβολή  όπως κάνουν οι μεταγενέστερες γενιές. Απεχθάνονται την επίδειξη χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν τους αρέσει να ζουν σε ωραία σπίτια, να ξοδεύουν και να βγάζουν χρήματα


Στον χώρο εργασίας χαρακτηρίζονται από επινοητικότητα  και ανεξαρτησία γι’αυτό και τους αρέσει να εργάζονται αυτόνομα χωρίς κανέναν «πάνω από το κεφάλι τους». Υπήρξε η πρώτη γενιά που μεγάλωσε με Η/Υ (αλλά γνωρίζει πως είναι ο κόσμος και χωρίς τους Η/Υ)  γι’αυτό και χειρίζεται άνετα τα κινητά τηλέφωνα, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα κινητά, τα laptops χωρίς όμως να παραγνωρίζει τη σημασία της προσωπικής επικοινωνίας.  Δεν είναι πιστοί σε έναν εργοδότη και τους αρέσει να αλλάζουν γι’αυτό και μαθαίνουν  αλλά και προσαρμόζονται γρήγορα, πάντα όμως με τους δικούς τους όρους.  Δεν ζουν για να δουλεύουν αλλά δουλεύουν για να ζουν γι'αυτό και τους αρέσει να εργάζονται σε ένα φιλικό επαγγελματικό περιβάλλον χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν εργάζονται πολλές ώρες ή ότι δεν είναι ανταγωνιστικοί. Οι διευθυντές αυτής της γενιάς χρησιμοποιούν το χιούμορ και τα παιχνίδια ως μέρος των εργασιακών δραστηριοτήτων. 



Στην Ελλάδα, η Γενιά Χ είναι η πρώτη γενιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα (γι’αυτό και είναι ευαισθητοποιημένη στα θέματα του αστικού περιβάλλοντος σε σχέση με τις προηγούμενες που έβλεπαν την Αθήνα ως προσωρινό τόπο διαμονής με απώτερο όνειρο την επιστροφή στο χωριό), πρόλαβε τις αλάνες, τις γειτονιές και την κρατική τηλεόραση.

Έζησε την προσωπική επικοινωνία και όχι μόνο την ηλεκτρονική. Φλέρταρε, δημιουργούσε σχέσεις, πολλές φορές ζωής. Πρόλαβε τη δωρεάν εκπαίδευση χωρίς τη συνοδεία πλήθους φροντιστηρίων. Είχε ενδιαφέροντα, έβγαινε έξω χωρίς όμως ούτε να παραμελεί τις σπουδές της ούτε αργότερα την εργασία της. Διάβασε βιβλία και εφημερίδες στη χάρτινη μορφή τους και ακόμα τα διαβάζει χωρίς όμως να δυσκολεύεται με τον ηλεκτρονικό τύπο και τα ηλεκτρονικά βιβλία. Είναι η γενιά που δεν συνάντησε προβλήματα επαγγελματικής αποκατάστασης μετά το πτυχίο γιατί το ποσοστό ανεργίας ήταν πολύ χαμηλό. Ωστόσο, σήμερα με την κρίση είναι και ίσως η πιο ταλαιπωρημένη γενιά γιατί έχει επιφορτισθεί τόσο με τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών της όσο και με τη φροντίδα των παιδιών της ενώ οι ίδιοι έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με την ανεργία έχοντας καμία ελπίδα πλέον εύρεσης εργασίας.


Για πολλούς είναι η γενιά που θα δώσει λύση στο τρέχον πρόβλημα της ανθρωπότητας γιατί είναι η γενιά που συνδέει το παλιό με το καινούριο συνδυάζοντας τη γνώση του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Η γενιά του Πολυτεχνείου/baby boomers είναι προσκολλημένοι στο παρελθόν και αδυνατούν να δουν το μέλλον ενώ η γενιά Υ ζει στο μέλλον αλλά δεν γνωρίζει τίποτα από το παρελθόν. Η γενιά Χ είναι ο συνδετικός κρίκος, η ενδιάμεση γενιά και αυτός που θα δώσει και πρέπει να δώσει τη λύση. 

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Ο ιστορικός ρόλος της είναι βαρύς, θα σταθεί αντάξια τώρα που παραλαμβάνει τα ηνία από τη γενιά του Πολυτεχνείου ή θα είναι κι αυτή μία αποτυχία;






Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Γιατί δεν θυμώνεις;



Φωτεινή Μαστρογιάννη



«Ο θυμός είναι καλύτερος από τη λύπη. Όταν είσαι θυμωμένος, τα πράγματα αλλάζουν».



Ο φόβος θεωρείται το πιο ισχυρό συναίσθημα. Στον φόβο έχω αναφερθεί και  σε προηγούμενα κείμενά μου αλλά στο παρόν θα σταθώ στις ιδιαίτερα σημαντικές επισημάνσεις της Λωρήν Γιάνγκ (Lauren Young) στη διδακτορική της διατριβή, σε ένα επιστημονικό πεδίο σχετικά άγνωστο για τον πολύ κόσμο όπως είναι αυτό της πολιτικής ψυχολογίας. Η διατριβή αυτή πραγματεύεται την ψυχολογία της καταστολής και τη διαφωνία στον απολυταρχισμό και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. 



Όσο πιο πολύ αυξάνει ο φόβος τόσο πιο αποτελεσματικές γίνονται οι απειλές καταστολής αλλά και τόσο περισσότερο μειώνεται η διάθεση του ανθρώπου να εκφράσει τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις ή ακόμα και την εναντίωσή του στο απολυταρχικό σύστημα. Αυτού του τύπου οι αλλαγές συνοδεύονται από απαισιοδοξία, απάθεια και αποφυγή του κινδύνου.

Ένα αυταρχικό καθεστώς χρησιμοποιεί τον φόβο για να τονίσει και να αυξήσει το κόστος της διαφωνίας των πολιτών σε αυτό (π.χ. μετάδοση στάσης του τύπου - ας καθίσουμε στ’αυγά μας, εμείς θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα; Δεν βλέπεις τι έπαθε ο Χ; ) προκειμένου αυτοί να μειώσουν την αντίστασή τους. Κατ’αυτό τον τρόπο, μεταδίδεται ο τρόμος (γι’αυτό και ο βομβαρδισμός με ειδήσεις τρόμου από τα ιδιωτικά μέσα μαζικής «ενημέρωσης») οι πολίτες δεν αντιδρούν, γίνονται απαισιόδοξοι και όπως προείπα, αποφεύγουν τον οποιονδήποτε κίνδυνο.

Κατ’αυτό τον τρόπο, ένα αυταρχικό καθεστώς είτε αυξάνει τις καταπιεστικές του πράξεις ή οδηγεί τα άτομα να επανεκτιμήσουν τα συναισθήματά τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα η συζήτηση για την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα η οποία υφίσταται πλέον σε πολύ μικρότερο βαθμό όπου οι πολίτες κυριολεκτικά επανεκτίμησαν τη στάση τους, έχοντας ιδιαίτερα αυξημένο το κόστος διαφωνίας βλ. π.χ. η αύξηση αισθημάτων τύπου «θα καταστραφούμε περαιτέρω, η Ελλάδα είναι Ψωροκώσταινα και πρέπει να εξαρτάται από τους μεγάλους όπου χωρίς αυτούς δεν μπορεί να ζήσει κτλ.»)

Υπό αυτές τις συνθήκες, μορφές παθητικής αντίστασης όπως είναι το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, οι καταλήψεις κτλ είναι πιο πιθανόν να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή από ότι η ενεργητική αντίσταση όπως είναι οι διαδηλώσεις.

Η Γιανγκ κάνει μία εξίσου σημαντική παρατήρηση αναφερόμενη στους ψηφοφόρους που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στη βία και υποτάσσονται στις απειλές. Αυτοί είναι κυρίως οι φτωχοί οι οποίοι τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά είναι ευάλωτοι στη βία. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι όσο πιο πολύ φτωχοποιείται μία κοινωνία, τόσο πιο υποταγμένη γίνεται. 

Οι σωματικές αδυναμίες των φτωχών περιλαμβάνουν την ικανότητά τους να προστατευθούν από τη βία γιατί δεν μπορούν να επενδύσουν στην ασφάλεια (δεν έχουν όπλα, σωματοφύλακες κτλ.) αλλά ούτε και μπορούν να φύγουν (μπορεί να είναι άρρωστοι, ηλικιωμένοι, να μην έχουν τα προσόντα που να ζητά κάποια άλλη χώρα υποδοχής κτλ). 

Ως ψυχολογική αδυναμία ορίζεται η αίσθηση υψηλού προσωπικού κινδύνου που μπορεί να αισθάνεται κάποιος  (π.χ. μην μιλάς θα χάσεις τη δουλειά σου, εσύ θα αλλάξεις τον κόσμο κοκ) ή η αδυναμία επεξεργασίας του πολιτικού κινδύνου με βέλτιστο τρόπο (στο σημείο αυτό ιδιαίτερο ρόλο επιτελεί η παραπληροφόρηση με τη διόγκωση ειδήσεων φόβου που κυμαίνονται από την αίσθηση πολέμου με άλλα κράτη, εμφυλίου πολέμου, απομόνωσης από το παγκόσμιο γίγνεσθαι,  περαιτέρω οικονομικής τιμωρίας από ισχυρά οικονομικά κέντρα κοκ).

Ιδιαίτερα όμως σημαντική είναι και η άλλη παρατήρηση της Γιανγκ «εάν οι φτωχοί καταστέλλονται ευκολότερα από τους πλούσιους, οι πολιτικοί σε ημι-δημοκρατικά συστήματα δεν έχουν κίνητρο να καλύψουν τις ανάγκες των φτωχών». Το γεγονός αυτό φαίνεται και από το ότι οι ημι-δημοκρατικοί ηγέτες πολύ φτωχών χωρών δεν προχωρούν σε αναδιανομή του πλούτου παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους είναι φτωχοί. Τέτοιοι ηγέτες μπορούν εύκολα να χειραγωγήσουν τους φτωχούς γιατί είναι πιο δεκτικοί στις απειλές.

Ο θυμός όμως μπορεί να είναι το αντίθετο του φόβου και είναι η κινητήριος δύναμη πολιτικής κινητοποίησης σε αυταρχικά καθεστώτα. Αυτοί που έχουν θυμώσει είναι κι αυτοί που παλεύουν περισσότερο για την αλλαγή της κατάστασης. Ο θυμός αλλά και ο ενθουσιασμός κινητοποιούν σε δράση μόνο που ο θυμός φέρνει πιο δυνατά αποτελέσματα. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι η σχετική αποτελεσματικότητα του θυμού είναι υψηλότερη σε περιοχές που είχαν υποστεί στο παρελθόν καταστολή. 

Η Γιάνγκ συνεχίζει λέγοντας ότι πραγματικά γεγονότα καταστολής είναι σπάνια και έτσι οι πολίτες αφήνονται  να εξάγουν μόνοι τους συμπεράσματα όσον αφορά τις πράξεις αντίδρασης που μπορεί να σκέπτονται να πραγματοποιήσουν με βάση διάφορα ασαφή σήματα καταστολής του συστήματος. 

Ένα ασαφές σήμα καταστολής είναι η διαρκής ύπαρξη αστυνομικών σε όλες τις γειτονιές και σε κομβικά σημεία της πόλης που δεν σχετίζεται απαραίτητα με την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας αλλά αποτελεί σήμα δυνάμενης καταστολής. 


Όπως αντιλαμβανόμαστε, οι πολίτες έχουν ατελή πληροφόρηση για τα γεγονότα και παρασύρονται στις αποφάσεις τους από τα συναισθήματά τους. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα συναισθήματα του φόβου και του θυμού για τη λήψη αποφάσεων και έχουμε δει τους πολίτες να παρασύρονται από αυτά μαζικά βλ. περιπτώσεις εκλογών, δημοψηφίσματος κτλ. 

Τα συμπεράσματα της Γιάνγκ είναι άκρως ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά και αποτελούν πρόταση για τα αντιπολιτευόμενα κόμματα και την πολιτική κινητοποίηση των πολιτών σε ιδιαίτερα δύσκολα περιβάλλοντα. Αντί λοιπόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να εστιάζουν σε μελλοντικά κοινωνικά οφέλη για τους πολίτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το θυμό ειδικότερα για την κινητοποίηση πολιτών υπέρ της δημοκρατίας.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Θα μπορούσε το αυτομαστίγωμα και η παραίτηση να μετατραπούν σε θυμό; 
Πιθανόν γιατί όπως έγραψε και η Εμιλυ Ντίκινσον «Μόλις ταΐσεις τον θυμό πεθαίνει. Η πείνα είναι που τον παχαίνει».








Προτεινόμενα αναγνώσματα

Lauren Elyssa Young. The Psychology of Repression and Dissent in Autocracy. Διαθέσιμο στο:
https://academiccommons.columbia.edu/catalog/ac:202078

Μαστρογιάννη, Φ. Φόβος και Πολιτική. Διαθέσιμο στο: <http://mastroyanni.blogspot.gr/2016/03/blog-post_8.html>
Μαστρογιάννη, Φ. Φοβάμαι άρα Υπάρχω. Διαθέσιμο στο: <http://mastroyanni.blogspot.gr/2016/09/blog-post_7.html>
Μαστρογιάννη, Φ. Κοινωνική Βία και Φόβος των Ελίτ. Διαθέσιμο στο:<http://mastroyanni.blogspot.gr/2017/05/blog-post_21.html>







Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Πες μου τι φοράς, να σου πω πως αισθάνεσαι!


Η πανεπιστημιακή καθηγήτρια ψυχολογίας Κάρεν Πάιν (Karen J. Pine) διδάσκει ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Hertfordshire της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι γνωστή για την εξειδίκευσή της στην ψυχολογία της μόδας αλλά και στην αλλαγή της συμπεριφοράς. Η τεχνική που ανέπτυξε μαζί με τον Μπεν Φλέτσερ «Κάνε κάτι διαφορετικό» είχε τεράστια επιτυχία στους ανθρώπους που ήθελαν να χάσουν βάρος, να χειριστούν με καλύτερο τρόπο το άγχος τους και να βελτιώσουν την υγεία και τη συνολική τους ευημερία.

Στη συνέντευξη που έδωσε στη Φωτεινή Μαστρογιάννη μίλησε για την ψυχολογία της μόδας με βάση το βιβλίο της «Mind what you wear. The psychology of fashion» (Σ.τ.Μ. «Πρόσεχε τι φοράς. Η ψυχολογία της μόδας»).



Φωτεινή Μαστρογιάννη: Κάρεν, είσαι πανεπιστημιακή καθηγήτρια της ψυχολογίας της μόδας. Μπορείς σε παρακαλώ να μας πεις τι είναι ψυχολογία της μόδας;

Κάρεν Πάιν
Κάρεν Πάιν: Κατά την άποψή μου, η ψυχολογία της μόδας αφορά το πώς αυτά που φοράμε επηρεάζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας εφαρμόζοντας την επιστημονική αυστηρότητα της ψυχολογίας για τη μελέτη αυτών των αποτελεσμάτων.

ΦΜ: Πώς επηρεάζει ο τρόπος που ντυνόμαστε τον τρόπο που αισθάνομαστε;

ΚΠ: Τον επηρεάζει πολλαπλώς. Εσωτερικοποιούμε τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με ένα συγκεκριμένο ρούχο. Αυτή την εσωτερικοποίηση την ονομάζουμε ενδυματική γνωστική λειτουργία (enclothed cognition). Για παράδειγμα, όταν ντυνόμαστε κομψά, αισθανόμαστε κομψοί. Τα ρούχα έχουν και άλλες συσχετίσεις όπως για παράδειγμα η μνήμη και αυτό μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή μας όπως μπορούν να την επηρεάσουν και τα χρώματα και το υλικό του υφάσματος με το οποίο τυλίγουμε το σώμα μας. Αυτά που φοράμε μπορούν είτε να μας «φτιάξουν» τη διάθεσή είτε να μας τη «ρίξουν». Ως εκ τούτου, πρέπει να επιλέγουμε προσεκτικά τι φοράμε γιατί μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την ημέρα μας.

ΦΜ: Τα πολύχρωμα ρούχα δείχνουν κάτι για τα συναισθήματά μας;

ΚΠ: Τα χρώματα εκπέμπουν φως και γι’αυτό ασκούν μεγάλη επίδραση στα συναισθήματά μας. Τα έντονα χρώματα μπορούν να προσελκύσουν ή να προειδοποιήσουν για κίνδυνο (π.χ. το κόκκινο). Το πορτοκαλί και το κίτρινο βελτιώνουν τη διάθεσή μας και μας κάνουν να αισθανόμαστε περισσότερο αισιόδοξοι. Το μπλε και το πράσινο λειτουργούν κατευναστικά, μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι είμαστε πιο κοντά στη φύση ενώ μειώνουν την πίεση του αίματος και τον ρυθμό της καρδιάς. Τα σκοτεινά χρώματα μπορεί να ρίχνουν τη διάθεσή μας αλλά ειδικά στο εργασιακό περιβάλλον δίνουν την αίσθηση της σοβαρότητας και του επαγγελματισμού.

ΦΜ: Κάποιοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να φοράμε ρούχα που να ταιριάζουν με την ηλικίας μας. Για παράδειγμα κάποιος που είναι μεγάλος σε ηλικία δεν μπορεί να φορά ότι φορούν οι νεότεροι. Κάποιοι ψυχολόγοι αναφέρουν ότι αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη κάποιου ψυχολογικού προβλήματος. Ποια είναι η γνώμη σου;

ΚΠ: Θεωρώ ότι πρέπει να εκφραζόμαστε μέσα από τα ρούχα μας και αυτό σημαίνει να δείχνουμε τον αληθινό μας εαυτό. Θέλουμε να είμαστε αυθεντικοί και εάν φοράμε κάτι που δεν είναι σύμφωνο με αυτό που είμαστε τότε δεν θα φαινόμαστε αυθεντικοί στους άλλους. 

ΦΜ: Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των στερεοτύπων και του τρόπου που ντύνεται κάποιος;

ΚΠ: Τα στερεότητα μας ωθούν να κατατάσσουμε τα πράγματα σε στενές κατηγορίες και κάποιοι άνθρωποι εγκλωβίζονται μέσα από τον τρόπο που ντύνονται ή οι άλλοι τους κατατάσσουν με βάση τα στερεότυπα. Η ύπαρξη στερεοτύπων είναι σχεδόν αναπόφευκτη γιατί οι άνθρωποι κρίνουν γρήγορα τους άλλους με βάση αυτά που φοράνε.


ΦΜ: Στο βιβλίο σου «Mind what you wear-the psychology of fashion» γράφει ότι «ένα ρούχο μπορεί να είναι και μία κραυγή για βοήθεια». Πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο;

ΚΠ:  Οι κλινικοί γιατροί  έχουν παρατηρήσει ότι το πρώτο σημάδι που δείχνει ότι ένα άτομο οδεύει  προς μια ψυχική κρίση είναι όταν δεν φροντίζει την εμφάνισή του. Ως εκ τούτου, η παραμέληση των προσωπικών ενδυμάτων ή του καλλωπισμού μπορεί να υποδηλώνει ότι χρειάζεται βοήθεια. 

ΦΜ: Στο βιβλίο σου γράφεις ότι «εάν ντυνόμαστε όπως οι άλλοι τότε είμαστε λιγότερο υπεύθυνοι για τις πράξεις μας». Αυτή είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση. Μπορείς να μας την εξηγήσεις;
Κάρεν Πάιν
ΚΠ: Ένα καλό παράδειγμα είναι οι στολές. Αφαιρούν την προσωπική ταυτότητα του ατόμου και έτσι αισθάνεται λιγότερο υπεύθυνο για τις πράξεις του. Αυτό έχει αποδειχτεί με πειράματα που έχουν γίνει με άτομα που ντύθηκαν δεσμοφύλακες. Όχι μόνο έγιναν πιο βίαιοι (συσχετισμός με τη στολή) αλλά αισθάνονταν, σε ατομικό επίπεδο, λιγότερο υπεύθυνοι για τις πράξεις τους. Εάν ντυνόμαστε όπως οι άλλοι, τότε είναι πιο πιθανόν να κρυφτούμε πίσω από τα ρούχα.

ΦΜ: Τι γίνεται στην περίπτωση που οι άνθρωποι δεν μπορούν να φορέσουν αυτά που θέλουν γιατί υποχρεούνται από τη θρησκεία τους όπως συμβαίνει με τις μουσουλμανικές χώρες όπου πρέπει να ντυθούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο;

ΚΠ: Συχνά οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση βρίσκουν κάποιους μικρούς τρόπους για να εκφρασθούν και μπορεί να επιλέγουν πολύ ακριβά εσώρουχα ή ακόμα και γυαλιά ηλίου απλά και μόνο για να διατηρήσουν την ατομικότητά τους. Οι άνθρωποι θέλουν να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου αλλά έχουν επίσης την ανάγκη να εκφράσουν την ατομικότητά τους. 

Φωτεινή Μαστρογιάννη
ΦΜ: Ας κλείσουμε με μία μικρή συμβουλή για τους ανθρώπους που ζουν εντός μίας δριμείας οικονομικής κρίσης όπως αυτής που ζούμε στην Ελλάδα. Τα ρούχα δεν μας βοηθούν να επιλύσουμε μία οικονομική κρίση αλλά μπορούν να μας βοηθήσουν να γίνουμε πιο τολμηροί και αισιόδοξοι;

ΚΠ: Καλή ερώτηση. Το στυλ είναι μία προσωπική δήλωση και δεν συμπεριλαμβάνει τις τελευταίες τάσεις στη μόδα απλά αποτελεί ένα τρόπο έκφρασης της προσωπικότητας. Εάν κάποιος είναι τολμηρός στο ντύσιμό του τότε αισθάνεται και τολμηρός ως εκ τούτου το να είμαστε λίγο πιο τολμηροί είναι μία ένδειξη αυτοπεποίθησης και μπορούμε κατ’αυτό τον τρόπο να αισθανόμαστε ότι έχουμε περισσότερη αυτοπεποίθηση. Με λίγα χρήματα, μπορούμε να δημιουργήσουμε μία δημιουργική και με αυτοπεποίθηση γκαρνταρόμπα και μην ξεχνάμε ότι το καλύτερο αξεσουάρ είναι το χαμόγελό μας.

ΦΜ: Σε ευχαριστώ πολύ!


Η συζήτηση έγινε στα αγγλικά. Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να διαβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://mastroianniweb.wordpress.com/2017/11/14/tell-what-you-wear-to-ill-tell-you-who-you-are/

Προτεινόμενα αναγνώσματα

Prof. Karen J. Pine. Mind what you wear- The psychology of fashion.
Μαστρογιάννη, Φ. Κι όμως, τα ράσα κάνουν τον παπά! Διαθέσιμο στο: http://mastroyanni.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html